ΕΝΑ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΑ ΜΕΡΗ ΟΠΟΥ «ΣΤΕΓΑΖΟΝΤΑΙ» ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΦΤΩΧΕΙΑΣ, ΑΝΘΡΩΠΙΑΣ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΑΠΙΣΤΕΥΤΗΣ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ
«Ορισμένα προβλήματα, όπως το κρύο, λύνονται. Τη νύχτα, βέβαια, τη βγάζεις πολύ πιο άνετα όταν δεν έχει παγωνιά. Το καλοκαίρι έχει τα δικά του προβλήματα. Οι ενορίες σταματάνε τα συσσίτια, γιατί οι εθελόντριες της Εκκλησίας πηγαίνουν να κάνουν τα μπάνια τους». Για το δικό τους «μπάνιο» φροντίζει -ακόμα και στην παγωνιά- το βυτιοφόρο όχημα καθαρισμού του δήμου.
«Το χειμώνα τσούζει περισσότερο». Ψεκάζοντας με νερό τους δρόμους, ολοκληρώνει με επιτυχία αυτό που μεθοδικά επιδιώκει η πολιτεία: να εξαφανίσει τους άστεγους από τη βιτρίνα της πρωτεύουσας. Είναι η ώρα που οι «σωροί από βρεγμένες κουβέρτες» αποκτούν πόδια και τρέχουν κάπου αλλού να κρυφτούν. Κάτω από τις γέφυρες, μέσα στο παλιό μηχανοστάσιο, στις διαβάσεις, σε κάποια φυλαγμένη γωνία, στις πλατείες. Καληνύχτα Αθήνα, οι άστεγοι σε χαιρετούν.
Υπολογίζονται γύρω στους 20.000 - μια παράλληλη πόλη. Ο Γιώργος, ο Λέων, ο Παύλος, η Μάτα, ο Νίκος και η Δέσποινα είναι νεοάστεγοι. Οι τρεις πρώτοι φιλοξενούνται τελευταία στον ξενώνα της «Κλίμακας». Οι υπόλοιποι παραμένουν στο δρόμο. Αναπολούν το σπίτι τους, αλλά κυρίως το δικαίωμα...