Κυριακή 27 Απριλίου 2014

«Βγήκαμε στις αγορές αγκαλιά με το διάβολο»

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ «ΤΟ ΤΑΓΚΟ ΤΩΝ ΑΓΟΡΩΝ» ΚΑΙ «GREXIT», Π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, ΒΛΕΠΕΙ ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ «ΚΟΛΠΟΥ ΣΗΜΙΤΗ ΜΕ ΤΟ ΕΥΡΩ» ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ
«Πάμε σε ένα πάρτι όπου όλοι πάνε με κοστούμια κι εμείς με το σώβρακο για να λέμε ότι πήγαμε»
 
Με τον κρυφό δανεισμό ο Σημίτης... καλοδέχεται το ευρώ
«Ο ΣΗΜΙΤΗΣ μας έβαλε με κόλπο στο ευρώ υπολογίζοντας ότι όταν θα μας πάρουν και τα... σώβρακα εκείνος θα είναι σπίτι του. Ο Σαμαράς μας έβγαλε στις αγορές με το ίδιο ακριβώς ρίσκο. Ζήτησε να με δει το 2010 γιατί του άρεσαν αυτά που έλεγα. Του τα έστειλα σε φάκελο. Τον Βενιζέλο τον είδα αλλά χωρίς καμία ουσία. Μιλάω με την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ,δεν ανήκω σε κανένα κόμμα,ούτε θα είμαι υποψήφιος γιατί όταν κάνουμε συμφωνία με το Διάβολο,όπως τώρα με τις αγορές, θέλω να το λέω χωρίς κομματικά πλαίσια».

Αυτός ήταν ο γενικός πρόλογος που έκανε ο χρηματιστηριακός αναλυτής και συγγραφέας...
των δύο επιτυχημένων βιβλίων με τους τίτλους «ΤΟ ΤΑΓΚΟ ΤΩΝ ΑΓΟΡΩΝ και «GREXIT» Πάνος Παναγιώτου όταν μιλήσαμε μαζί του για τη σφοδρή κριτική που ασκεί στους πανηγυρισμούς για την έξοδο στις αγορές.

Εχει δημοσιεύσει χιλιάδες αναλύσεις και άρθρα με συνεντεύξεις, από την Ιαπωνία και την Κίνα ώς τη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο και τις μεγάλες γερμανικές εφημερίδες, για την ελληνική κρίση και τώρα καταγγέλλει «κόλπο» και «Συμφωνία με το Διάβολο» για την έξοδο στις αγορές...

Πάμε σε ένα πάρτι «όπου όλοι πάνε με κοστούμια και εμείς με το σώβρακο για να λέμε ότι "είμαστε και εμείς στο πάρτι"», μας λέει χαρακτηριστικά.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ Στον ΓΙΑΝΝΗ ΝΤΑΣΚΑ

Εχουν δίκιο όσοι πανηγυρίζουν για την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές ή όσοι θεωρούν ότι κάποιος λάκκος είναι στη φάβα που σερβιρίστηκε;

Η επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές έπρεπε να γίνει έτσι ώστε να κλείσει τον κύκλο της χρηματοοικονομικής περιθωριοποίησής της και να αποκαταστήσει την ισοτιμία της με τα υπόλοιπα κράτη της Ευρωζώνης, δηλαδή έπρεπε να πραγματοποιηθεί τόσο με ίσους χρηματοοικονομικούς και νομικούς όρους με αυτούς που ισχύουν για τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη όσο και με αυτούς που ίσχυαν για την ίδια προ της κρίσης.

Ωστόσο, με το αξιόχρεο της χώρας να εξακολουθεί να βαθμολογείται πολλές βαθμίδες κάτω από την κατηγορία που θα το έκανε επενδυτικό προϊόν ούτως ώστε να επιτρέψει την προσέλκυση σοβαρών διεθνών επενδυτών και να ανοίξει πραγματικά την πόρτα των αγορών, κάτι τέτοιο ήταν, στην παρούσα φάση, αδύνατο.

Το δίλημμα, λοιπόν, για την ελληνική κυβέρνηση ήταν να επιλέξει μεταξύ του δύσκολου δρόμου της παραδοσιακής επιστροφής στις αγορές που προϋποθέτει την αναβάθμιση του αξιόχρεου της χώρας σε επενδυτικό προϊόν, κάτι που θα μπορούσε να επέλθει ως αποτέλεσμα της ουσιαστικής βελτίωσης της ελληνικής οικονομίας και της επίλυσης του προβλήματος της βιωσιμότητας του χρέους, είτε να προσπαθήσει να παρακάμψει την κανονική διαδρομή και να «κλέψει» το σύστημα, πετυχαίνοντας μία έξοδο στις αγορές χωρίς την αναβάθμιση του αξιόχρεού της και κάτω από «ιδιαίτερες» συνθήκες.

Ως γνωστόν επέλεξε το δεύτερο δρόμο, σχεδιάζοντας μία δημοπρασία ομολόγων η οποία για να πραγματοποιηθεί χρειάστηκε πρώτα να αναβληθεί η προγραμματισμένη αξιολόγηση της χώρας, η οποία και κατά πάσα πιθανότητα δεν θα αναβάθμιζε το αξιόχρεό της επιβεβαιώνοντας το προφανές, ότι η Ελλάδα δεν έχει βγει ακόμη από την κρίση.

Προκειμένου η συγκεκριμένη έκδοση να πετύχει της ευρείας αποδοχής που επιθυμούσε η κυβέρνηση ώστε να πλησιάσει, έστω επιφανειακά, την εικόνα μίας «κανονικής» δημοπρασίας ομολόγων, επιλέχτηκε να πραγματοποιηθεί κάτω από ειδικό νομικό και χρηματοοικονομικό καθεστώς προκαλώντας ακριβώς το αντίθετο από αυτό που θα έπρεπε να είναι ο εθνικός στόχος της χώρας.

Δηλαδή, δημιούργησε μία de facto διαφοροποίηση της Ελλάδας από τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά και αναπτυγμένα κράτη, εγκαθιδρύοντας ένα νέο αρνητικό status quo το οποίο θα απειλεί να τη στοιχειώνει ακόμη και στη μετά-μνημονιακή εποχή.

Πώς εξηγείτε εσείς το γεγονός ότι μεγάλα και μεγάλου κύρους ξένα ΜΜΕ αντιμετώπισαν θετικά αυτή την έξοδο στις αγορές;

Την καλύτερη απάντηση ίσως έδωσαν δημοσιεύματα του πρακτορείου Reuters μετά την ολοκλήρωση της συγκεκριμένης έκδοσης ομολόγων, τα οποία μίλησαν για τέλος της ευφορίας, την επιστροφή στην πραγματικότητα, ενώ υποστήριξαν ότι η συγκεκριμένη κίνηση εμποδίζει την προσπάθεια της Ελλάδας στις διαπραγματεύσεις της για τη μετατροπή του χρέους της σε βιώσιμο. Δημοσιεύματα στο Reuters και αναλύσεις στους «Financial Times» εξήγησαν πως η πραγματική ζήτηση για τα ελληνικά ομόλογα ήταν πολύ μικρότερη από αυτή που υποστηρίχτηκε και τα 20 δισ. προσφορών προέκυψαν από την πάγια πρακτική των συμμετεχόντων σε δημοπρασίες ομολόγων (όπως ακριβώς συμβαίνει και σε δημόσιες εγγραφές μετοχών) να καταθέτουν προσφορές πολλαπλάσιων ποσών αυτών που όντως επιθυμούν να αγοράσουν ώστε να εξασφαλίσουν τα πολύ μικρότερα ποσά.

Τέλος, σε δημοσιεύματα στο Reuters και αλλού στο διεθνή Τύπο σχολιάστηκε το ξεπούλημα των πενταετών και των δεκαετών ομολόγων της Ελλάδας το οποίο ακολούθησε αμέσως μετά την ολοκλήρωση της δημοπρασίας οδηγώντας σε αύξηση του επιτοκίου του 10ετούς ελληνικού ομολόγου κατά 65 μονάδες βάσης σε δύο ημέρες και πιάνοντας, όπως σχολιάστηκε, εξ απίνης την ελληνική κυβέρνηση η οποία είχε προβλέψει και ανέμενε την ακριβώς αντίθετη κίνηση. Αυτό, γιατί όπως αναφέρθηκε στα σχετικά δημοσιεύματα, κάποιοι κάτοχοι των ομολόγων του PSI που αρχίζουν να πληρώνουν από το 2022 και μετά, βρήκαν την ευκαιρία να τα ανταλλάξουν με τα πενταετή, ώστε να μικρύνουν το χρονικό ορίζοντα επένδυσής τους και να πάρουν κάποια χρήματα πολύ νωρίτερα.

Ολα αυτά και πολλά περισσότερα γράφτηκαν στα διεθνή ΜΜΕ, αλλά όπως αντιλαμβάνεστε δεν προβλήθηκαν με τον ίδιο τρόπο στην Ελλάδα, σε μία προσπάθεια να «μη χαλάσει το καλό κλίμα» όπως συχνά αναφέρεται, λες και μπορούμε να κρύψουμε το γεγονός ότι το 2013 είχαμε τη δεύτερη μεγαλύτερη ύφεση στον κόσμο, ότι τα τελευταία χρόνια είχαμε τη μεγαλύτερη ύφεση που καταγράφηκε από το 1800 διεθνώς, ότι η ανεργία παραμένει η μεγαλύτερη στην Ευρώπη και από τις μεγαλύτερες στον κόσμο, ότι το 2013 η Ελλάδα ήταν η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που είδε τις εξαγωγές να μειώνονται αντί να αυξάνονται, ότι τα επίπεδα φτώχειας στη χώρα είναι δραματικά κ.λπ.

Μιλήσατε νωρίτερα για μια de facto διαφοροποίηση της Ελλάδας εξαιτίας του νομικού πλαισίου της συγκεκριμένης έκδοσης ομολόγων που δεν υπηρετεί τον εθνικό μας στόχο. Μπορείτε να μας εξηγήσετε το σκεπτικό σας;

Παρακάμπτοντας η κυβέρνηση την παραδοσιακή διαδικασία με την οποία δανείζονται όλα τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά και αναπτυγμένα κράτη και παράσχοντας ιδιαίτερα προνόμια στους ιδιώτες δανειστές σε μία υποτιθέμενη «κανονική» δημοπρασία, πρόσθεσε στο απόθεμα του ελληνικού χρέους σε χέρια ιδιωτών άλλη μία έκδοση ομολόγων με εντελώς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα οποία καμία σχέση δεν έχουν με αυτά των αντίστοιχων ομολόγων των υπολοίπων κρατών αλλά ούτε και με αυτά που εξέδιδε η ίδια προ της κρίσης.

Τώρα, πλέον, η Ελλάδα δεν έχει μόνο τα ιδιαίτερα ομόλογα του PSI να τη διαφοροποιούν από τα κράτη της Ευρωζώνης αλλά και τα ομόλογα μετά-PSI. Ετσι, στην όποια επόμενη απόπειρα έκδοσης νέων ομολόγων οι νέοι δανειστές θα είναι, σχεδόν, αναγκασμένοι να ζητήσουν παρόμοια μεταχείριση με τους προηγούμενους και τα νέα ομόλογα θα πρέπει να μοιάζουν με αυτά της πρόσφατης έκδοσης και ως εκ τούτου να διαφέρουν από εκείνα των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κρατών.

Αυτό θα επαναεπιβεβαιώσει και θα ισχυροποιήσει το νεοδημιουργηθέν status quo επιμηκύνοντας την αδυναμία της χώρας να αποκαταστήσει την ισοτιμία της με τα υπόλοιπα κράτη της Ευρωζώνης, αναγκάζοντάς την προκειμένου να προβεί ακόμη και σε μικρό δανεισμό, όπως αυτός των τριών δισ. ευρώ, να εξασφαλίζει τους δανειστές με ενέχυρα στη δημόσια περιουσία.

Επιπλέον, σύμφωνα με το υπουργείο Οικονομικών, το ένα τρίτο των ομολόγων της συγκεκριμένης πενταετούς έκδοσης πουλήθηκε σε Hedge Funds, δηλαδή επενδυτικές εταιρείες που είναι γνωστές για τον επιθετικό τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουν τις αγορές και το βραχυπρόθεσμο ορίζοντα που έχουν. Η συμφωνία της ελληνικής κυβέρνησης για πώληση ελληνικών ομολόγων με πρωτοφανείς νομικές ρήτρες ενεχυρίασης της δημόσιας περιουσίας ακόμη και σε Hedge Funds αλλά και όπως πληροφορούμαι με ρήτρες οιονεί εξίσωσής τους με επίσημους δανειστές της χώρας, όπως δηλαδή τα κράτη της Ευρωζώνης, μοιάζει με τη συμφωνία του Φάουστ με το Διάβολο για να ξανακερδίσει τη νεότητά του.

Η μόνη προηγούμενη παρόμοια περίπτωση που γνωρίζουμε είναι αυτή του κρυφού δανεισμού Σημίτη με την οποία εξασφαλίστηκε η πανηγυρική είσοδος της Ελλάδας στην Ευρωζώνη με φοβερά ανταλλάγματα, όπως εξασφαλίστηκε τώρα η πανηγυρική έξοδός της στις αγορές.

Παραμύθι το χαμηλό επιτόκιο

Το επιτόκιο που πετύχαμε είναι το καλύτερο δυνατό στη συγκυρία;

Το επιτόκιο με το οποίο δανείστηκε η χώρα, αναληθώς προβλήθηκε ως χαμηλό. Κάθε πολίτης που έχει πάρει ποτέ δάνειο ή που είχε κάποια στιγμή τραπεζικό λογαριασμό γνωρίζει τη σημασία της διαφοράς ανάμεσα στο επιτόκιο και το πραγματικό επιτόκιο, δηλαδή το επιτόκιο μείον τον πληθωρισμό.

Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση του δανεισμού, ιδιωτικού ή κρατικού, όπου για να διαπιστώσουμε το πραγματικό κόστος για το δανειζόμενο και το πραγματικό κέρδος για το δανειστή πρέπει να αφαιρέσουμε από το επιτόκιο τον πληθωρισμό.

Οσον αφορά στην Ελλάδα, εν προκειμένω, από την είσοδό της στην Ευρωζώνη, το 2002, μέχρι τη στιγμή της κρίσης το 2010, ο μέσος πληθωρισμός κυμάνθηκε στο 3,2% και το μέσο επιτόκιο των 10ετών ομολόγων στο 4,6%. Ετσι το μέσο πραγματικό επιτόκιο δανεισμού σε ορίζοντα δεκαετίας ήταν 1,4%. Στο ίδιο διάστημα η Ελλάδα μπορούσε να δανειστεί από τις αγορές σε ορίζοντα εικοσαετίας με πραγματικό επιτόκιο, περίπου, στο 2,3%

Σήμερα, ωστόσο, ο πληθωρισμός της Ελλάδας είναι αρνητικός και τον Μάρτιο του 2014 διαμορφώθηκε στο -1,49%. Ετσι, το πραγματικό επιτόκιο του πενταετούς ομολόγου που εξέδωσε η Ελλάδα είναι 6,44%.

Αυτό σημαίνει ότι η συγκεκριμένη έκδοση ομολόγων πενταετούς διάρκειας κόστισε στη χώρα 3,6 και 1,8 φορές περισσότερο απ' ό,τι η μέση έκδοση ομολόγων διπλάσιας (δεκαετούς) και τετραπλάσιας (εικοσαετούς) αντίστοιχα διάρκειας, στα προ της κρίσης χρόνια. Δηλαδή προκειμένου να δανειστούμε για πέντε χρόνια, πληρώσαμε 3,6 φορές ακριβότερα απ' ό,τι πληρώναμε σε όλα τα χρόνια μέχρι την κρίση προκειμένου να δανειστούμε για δέκα χρόνια.

Από enet