Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2015

Πιστοί στην ασφάλεια που παρέχει η Ευρώπη

Τ ο ισχύον χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν είναι ούτε αριθμητικό μέγεθος, ούτε μέσο συναλλαγής, αλλά «εργαλείο εξουσίας, η οποία προέκυψε δια μέσου του χρόνου ως διεφθαρμένη συμβίωση του συχνά αποκαλούμενου "ένα τοις εκατό" της οικονομικής ολιγαρχίας, με την ελέγχουσα τα κρατικά αποθέματα εξουσίας, πολιτική κάστα, μια συμβίωση, που, δυστυχώς, καθίσταται δυνατή με την κατά βάση τιμιότητα και την καλοπροαίρετη ευπιστία των μαζών».

Η παραπάνω περιγραφή της Κλαούντια Μιούλερ-Έλζιγκαν,  οικονομικής αναλύτριας και...
συν-ιδρύτριας του «Centre for New Empowerment Concepts» της Βιέννης, δημοσιεύτηκς στο φύλλο της 4ης Μαρτίου 2015 της Wiener Zeitung  και αποτελεί τη βάση των αντιρρήσεων της για τις νουθεσίες πρτί ηθικής, προς την Ελλάδα.

Δεν μπορούν να ηθικολογούν οι διαβρωμένοι, οι διεφθαρμένοι της Βόρειας και της Κεντρικής Ευρώπης και να κατηγορούν την Ελλάδα, η οποία υπερφορτώθηκε χρέη πέρα από τις δυνατότητες της. Και την φόρτωσαν αυτοί ακριβώς που ηθικολογούν, βάσει της παραπάνω περιγραφής της γέννησης και της δομής του ισχύοντος χρημοτοπιστωτικού συστήματος.

Την οικονομία της τράπεζας, επιλέγει όμως και η νέα ελληνική,  κυβέρνηση.  Για την ακρίβεια δεν είναι και τόσο, θέμα επιλογής. Είναι αναγκαστική λύση, δεδομένου πως πρέπει εντός λίγου καιρού να έχει διευθετήσει «κόκκινα δάνεια», χρηματοδοτήσεις κλπ. Επίσης απ ‘ότι διαβάζουμε η ΕΚΤ επιβάλλει στην κυβέρνηση, ακόμα και τα πρόσωπα που θα χρησιμοποιήσει. Μάλιστα πάγωσε λέει τον ορισμό της Λ. Κατσέλη, ως προέδρου της Εθνικής, κάτι λένε για προτίμηση αγαπημένου τους παιδιού, κάτι για εκδίκηση εναντίον εκείνης που θεσμοθέτησε «μία προστασία» από τη αδηφάγα τραπεζική «αγορά», των δανειοληπτών, και λοιπά και λοιπά.

Και αναρωτιέμαι. Αν όντως θέλουμε να αφήσουμε πίσω μας το ισχύον χρηματοπιστωτικό (μονεταριστικό καθαρά) σύστημα, τότε γιατί βάζουμε θεμέλιο λίθο τον ίδιο τον ναό του; Μπορούμε να βασιστούμε στην «τράπεζα» ως οικονομικό μοντέλο, για την «μόχλευση» των παραγωγικών δραστηριοτήτων της χώρας; Την επανεκκίνηση της οικονομίας;

Δεν είμαι οικονομολόγος όμως μπορώ να αναρωτηθώ. Τι περιμένει η τράπεζα (κάθε τράπεζα) να προσπορίσει από τη χρηματοδότηση της επανεκκίνησης της οικονομίας; Με ποιους όρους το κάνει; Και αν η επένδυση αρχίσει να αποδίδει, η τράπεζα θα αρχίσει  να ορέγεται παχύτερο θήραμα ή θα στέκεται αρωγός στη νέα παραγωγική οικονομία; Με λίγα λόγια θα συνεχίσει να στηρίζει την οικονομία ή θα αρχίσει την
«έκδοση άυλων τίτλων» και τη «μετοχοποίηση του προϊόντος». Το εκτιμώμενο ως αναμενόμενο  αποτέλεσμα θα είναι,  η νέα παραγωγή να καταλήξει ακόμα μία φορά στο βάραθρο της «χρηματαγοράς»;
Όσο οι τράπεζες έχουν το πάνω χέρι, Που το έχουν γιατί τους το δίνει το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα  (Είναι ο καπιταλισμός, ηλίθιε), πόσες πιθανότητες έχουμε να γλιτώσουμε από την μέγγενη και τα δόντια τους;

Το όλο εγχείρημα μου μοιάζει με το να προσπαθούμε να μάθουμε να κολυμπάμε με καρχαρίες (οι καρχαρίες δε θα μάθουν ποτέ να μη μας τρώνε - είναι στη φύση τους, εμείς θα πρέπει να μάθουμε τι να προσέχουμε)

Τέλος πάντων, που είναι η ριζοσπαστική πρόταση για τη νέα οικονομία; Το νέο New Deal;
Στην αναζήτηση των επαναστατικών λύσεων

Επαναστατικές λύσεις δεν υπάρχουν. Όχι γιατί δεν διατίθενται οι λύσεις αλλά επειδή δεν διατίθενται οι άνθρωποι. Εμείς οι ίδιοι εγκρίνουμε σε συντριπτικά ποσοστά, τη διαχειριστική πολιτική του ριζοσπαστικού σχηματισμού της Αριστεράς. Εμείς δίνουμε την εντολή για μετάλλαξη των «ριζοσπαστικών ιδεών» σε «διαχειριστικές αρετές». Γι΄ αυτό ακριβώς, κανείς δεν δικαιούται να μεμψιμοιρεί. Ούτε και ο φανατικότερος πιστός της ηγεσίας του ΚΚΕ. Γιατί ακόμα και αυτός, ανακουφίζεται όταν βλέπει τον ΣΥΡΙΖΑ να είναι ικανότερος διαχειριστής, από  τους υποτακτικούς*.

Όλα τα στοιχεία για τα συμπεράσματα περί «επικράτησης του διαχειριστή έναντι του επαναστάτη» μπορεί κανείς να τα βρει στην πρόσφατη έρευνα της Prorata για το Κόκκινο. Εκεί θα καταλάβουμε καλύτερα.
Είμαι από αυτούς που πίστευαν και πιστεύουν πως χρειάζονται επειγόντως ριζοσπαστικές λύσεις. Είμαι από αυτούς που πίστευαν και πιστεύουν πως το να εφαρμόσει διαχειριστικές πολιτικές, ένα κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, είναι σα να υπογράφει την καταδίκη του, ή την καταδίκη του αριστερού – ριζοσπαστικού DNA του.

Ο λαός όμως έχει αποφασίσει, δημοκρατικά και ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να ακούει τα λαϊκά κελεύσματα. Δεν πολεμάμε αδιαφορώντας για τις απώλειες. Την πρώτη προτεραιότητα έχει η επιβίωση και αξιοπρεπής διαβίωση του λαού.

Βλέποντας το σήμερα, ζώντας αυτές τις ιστορικές στιγμές και έχοντας συνείδηση του ότι Αριστερά και Δημοκρατία έχουν εγγενή σχέση, δεν μπορώ να πω οτιδήποτε που ναι μεν, εμένα θα μου φαινόταν σωστό, πλην όμως ο λαός, σε μεγάλο ποσοστό το έχει ήδη απορρίψει.

Ο καιρός εξακολουθεί κι πυκνώνει αφάνταστα. Οι μήνες από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Δεκέμβριο θα περάσουν εν ριπή οφθαλμού. Μαζί τους και τα γεγονότα.
Μένει σε εμάς, το  να μη μας προσπεράσουν.

*Ειδικά αν ανιχνεύσουμε και τη γενικότερη στάση ζωής, του πιστού οπαδού της κομματικής ηγεσίας  του ΚΚΕ, από τις απαντήσεις του σε θέματα όπως η επέκταση του συμφώνου συμβίωσης σε ομόφυλα ζευγάρια ή στο κλείσιμο της Αμυγδαλέζας , βλέπουμε καλά το πόσο ανακουφίζεται που έχει έναν καλύτερο διαχειριστή στα πράγματα (έρευνα Prorata για το Κόκκινο).