Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2015

Είναι το γκραφίτι βανδαλισμός;

Το γκραφίτι είναι μια τέχνη. Μια τέχνη του δρόμου. Απαιτεί τρομερό ταλέντο, φαντασία, ικανότητα να δεις τα πράγματα αλλιώς. Συνήθως εκφράζει πράγματα που δύσκολα εκφράζονται με διαφορετικό τρόπο. Οι καλλιτέχνες του γκραφίτι είναι συνήθως νεαρά παιδιά που ακολουθούν μια διαφορετική κουλτούρα. Χορεύουν και τραγουδούν στους δρόμους, δίνουν χρώμα σε νεκρούς τοίχους, γήπεδα, σχολεία, βαγόνια του ΟΣΕ. Στήνουν αυτοσχέδια μικρά πάρτυ σε πλατείες, ακούν τη μουσική τους, διασκεδάζουν μακριά από …πολιτιστικά κέντρα και κυριλέ μπαρ.

Η ιστορία του γκραφίτι συνδέθηκε με την κουλτούρα του χιπ-χοπ, το οποίο ξεκίνησε ως μια μουσική των νεαρών μαύρων στις ΗΠΑ. Τα σχέδια που φιλοτεχνούσαν τους τοίχους, βγαλμένα από τα σπρέι των νεαρών καλλιτεχνών, αποτελούσαν την οπτικοποίηση μιας διαφορετικής αντίληψης...
για τον δημόσιο χώρο: ήταν μια αυθόρμητη προσπάθεια ανακατάληψης της έννοιας του δημόσιου χώρου, από ανθρώπους που αισθάνονταν κυνηγημένοι και ξένοι στις ίδιες τους τις γειτονιές.

Με τα χρόνια το γκραφίτι, όπως και όλη η κουλτούρα τουχιπ-χοπ έχασε τον αυθόρμητο underground χαρακτήρα του. Έγινε κάπως πιο αποδεκτό. Έγινε παγκόσμιο. Απέκτησε νόρμες αλλά και χιλιάδες ανθρώπους που άρχισαν δειλά δειλά να σκαρώνουν σχέδια στο χαρτί αλλά και στον τοίχο. Βελτιώθηκε αισθητικά και άρχισε να γίνεται και νομιμοποιημένο καθώς πολλοί ‘εβαφαν κατά παραγγελία και με αμοιβή. Παρέμεινε παράνομο αλλά πολλές φορές αντιμετωπίστηκε από τις κατασταλτικές δυνάμεις ως μια έκφραση πιτσιρικάδων που δεν ενοχλούσε ιδιαίτερα.

Πριν λίγες μέρες με αφορμή το γκράφιτι στο κτίριο του Πολυτεχνείου τα συντηρητικά αντανακλαστικά γνωστών γραφιάδων ερεθίστικαν. Διάφοροι έκαναν λόγο για βεβήλωση, βλασφήμια, καταστροφή, πρόκληση και όλα τα σχετικά.

Με λίγα λόγια τίθεται το ερώτημα: έχει όρια το γκραφίτι; Μπορείς να βάφεις σε όποιον τοίχο θέλεις; Είναι εντάξει όταν βάφεις στο τοίχος της ντροπής στη Γάζα αλλά όχι όταν το κάνεις σε ένα ιστορικό κτίριο στο κέντρο της Αθήνας;

Αν κανείς υποστηρίξει ότι κάθε τι μπορεί να γίνει καμβάς για ένα γκραφίτι είναι σαν να αποδέχεται μια μεταμοντέρνας διάστασης αντίληψη πως οτιδήποτε υπάρχει μπορεί να αποδομηθεί, ως σύμβολο και ως πραγματικότητα. Μπορούμε θεωρητικά να κάνουμε γκραφίτι στις Πυραμίδες, στον Παρθενώνα ή στον Λευκό Πύργο. Εϊναι όμως έτσι; Είναι αυτό σωστό;

Προφανώς και όχι. Προφανώς και το όριο μπορεί και το βάζει ο ίδιος ο καλλιτέχνης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση κάτι τέτοιο θα σημαίνε ότι αυτοί που σχεδίασαν το συγκεκριμένο γκραφίτι θεώρησαν ότι η επιλογή τους να βάψουν σε μαύρο φόντο ένα κτίριο στο κέντρο της Αθήνας μέτρησε περισσότερο από την ίδια την αξία της ιστορικότητας του κτιρίου.

Προφανώς και δεν πρόκειται για βεβήλωση του κτιρίου. Μιλάμε για ένα κτίριο κακοβαμένο, βρώμικο, γεμάτο μουντζούρες, μισογραμμένα συνθήματα, σκισμένες αφίσες. Ένα κτίριο ρημαγμένο από την παρακμή στην οποία όλα αυτά τα χρόνια βουλιάζει οτιδήποτε δημόσιο, οτιδήποτε μπορεί να θεωρηθεί σύμβολο πολιτισμού και παιδείας.

Κινητοποιήθηκαν εισαγγελείς, γράφτηκαν δεκάδες κείμενα, έφτασαν κάποιοι γελοίοι να συγκρίνουν το γκραφίτι στο Πολυτεχνείο με τις καταστροφές των Τζιχαντιστών σε μουσεία. Δεν τους ενδιαφέρει πραγματικά το ίδιο το κτίριο. Δεν τους ενδιαφέρει το Πολυτεχνείο. Ο πραγματικός σκοπός αυτών των παρεμβάσεων είναι να επαναδομήσουν την έννοια του δημόσιου χώρου στα θεμέλια της νεοφιλελεύθερης αντίληψης ότι αναπλάσεις των πόλεων μπορούν να κάνουν μόνο ο Ωνάσης, ο Λάτσης και τα Mall.

Ας δούμε και μερικές ακόμα «βεβηλώσεις» δημοσίων χώρων:




Από 2310net