Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2015

Ένα «Καθημερινό» καταφύγιο ρατσιστών

Γράφει  ο Πολύφημος

Στα 1000 και πλέον κείμενα αυτού του μπλογκ, είναι ελάχιστες οι φορές που ασχολήθηκα με την άποψη που κάποιο μη πολιτικό ή θεσμικό πρόσωπο εκφράζει δημόσια (νομίζω λιγότερες από πέντε). Θεωρώ ότι όποιος επιλέγει να εκφράσει τις απόψεις του δημόσια, έχει το δικαίωμα να το κάνει κι είναι...
προσωπική μου επιλογή να μην τρώω τον χρόνο μου για να του απαντήσω μέσα από εκατοντάδες λέξεις ενός ανούσιου –πρακτικά- κειμένου. Η περίπτωση, όμως, του κειμένου «Προς ένα νέο ΕΑΜ» του τακτικού αρθρογράφου της Καθημερινής, Στέφανου Κασιμάτη, είναι αυτό που λέμε «σταγόνα» σε ένα ποτήρι γεμάτο ρατσισμό, ομοφοβία και φιλοναζισμό που η ίδια η εφημερίδα εκτρέφει μέσα από τις σελίδες της.
   
Στο κείμενο αυτό ο Στέφανος Κασιμάτης επιχειρεί να επιτεθεί στον ΣΥΡΙΖΑ. Όλα καλά ως εδώ. Ο καθένας μπορεί να βαράει την κυβέρνηση με όποιον τρόπο θεωρεί πιο αποτελεσματικό. Δυστυχώς, για όλους τους υπόλοιπους, ο αρθρογράφος δεν στέκεται μόνο εκεί. Ξεκινά μέσα από το κείμενο του έναν σεξιστικό παραλήρημα που μόνο στόχο έχει να βάλει όλες τις γυναίκες στη γωνία, χρησιμοποιώντας επιχειρήματα και λέξεις βγαλμένες από τα χειρότερα μυαλά που κυκλοφορούν ανάμεσά μας – κι ενίοτε χαιρετούν ναζιστικά με τεράστια περηφάνια.
   
Θέλοντας να εκφράσει την απέχθεια του στην αριστερά, χρησιμοποιεί ως πρώτο παράδειγμα το αμερικανικό Βερμόντ, και τον –όπως εκείνος αναφέρει- σοσιαλιστή γερουσιαστή ονόματι Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος δήλωσε υποστηρικτής του Αλέξη Τσίπρα.
   
Στην παράγραφο αυτή αναφέρει το Βερμόντ ως: τη μοναδική πολιτεία των ΗΠΑ της οποίας ο ένας από τους δύο γερουσιαστές, ο Σάντερς, αυτοπροσδιορίζεται ως σοσιαλδημοκράτης (σχεδόν κομμουνιστής, δηλαδή, για τα αμερικανικά δεδομένα…). Επιπλέον, το καταπράσινο Βερμόντ, λόγω του φυσικού περιβάλλοντος, της γειτνίασης με τον Καναδά (όπου κατέφευγαν οι φυγόστρατοι την εποχή του πολέμου του Βιετνάμ), αλλά και της σχετικής απόστασης από τα κέντρα εξουσίας στις ΗΠΑ, εξελίχθηκε τα τελευταία σαράντα χρόνια σε καταφύγιο των οπαδών κάθε είδους εναλλακτικής υποκουλτούρας: από γερασμένους χίπηδες μέχρι παλαβούς οικολόγους.
   
Και καταλήγει: Έτσι, το Βερμόντ, εκτός από μοναδική πολιτεία των ΗΠΑ με σοσιαλιστική εκπροσώπηση στη Γερουσία, είναι και η πολιτεία με το μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών με τρίχες στις μασχάλες και αξύριστα πόδια…
   
Λίγο παρακάτω, και μη μπορώντας να κρατήσει το μίσος που τον είχε πιάσει κατά των γυναικών, αναφέρει ένα περιστατικό σε ένα ταξί την Κηφισίας (το ίδιο το περιστατικό φωνάζει από μακριά πως είναι ψεύτικο) γράφοντας: Προ ημερών, περνούσα από την Κηφισιά με ένα ταξί. Ψιλόβρεχε, αλλά τίποτε το σπουδαίο. Εκεί στον τροχονόμο, μία κυρία εξόχως καλοντυμένη έψαχνε εναγωνίως για ταξί και έκανε νόημα σε εμάς. «Σας πειράζει να την πάρουμε;», ρώτησε ο οδηγός. Μέσα μου σκέφθηκα: «Αφού ήλθε ο σοσιαλισμός, ας υποφέρουν οι πλούσιοι αστοί ψάχνοντας για ταξί μέσα στο κρύο». Το κράτησα για τον εαυτό μου όμως και είπα: «Μπα! Δεν βλέπω να υπάρχει λόγος». Ξέρω ότι δεν ήταν καθόλου ευγενικό αυτό που έκανα. Βλέπετε, όμως, προσπαθώ να προσαρμοσθώ στη νέα εποχή…
   
Προφανώς σε αυτήν την παράγραφο ο Στέφανος Κασιμάτης αισθάνθηκε άδικος με «τις γυναίκες με τρίχες στις μασχάλες και αξύριστα πόδια», οπότε αποφάσισε να γίνει σεξιστής και προσβλητικός και με τις «εξόχως καλοντυμένες».
   
Στη συνέχεια, συνεχίζοντας μια παράδοση την οποία ξεκίνησε ο Γιάννης Πρετεντέρης με το κείμενο «Ζωή Κασιδιάρη», αποφασίζει να επιτεθεί ονομαστικά σε μια γυναίκα πολιτικό η οποία –εντελώς τυχαία- είναι υπουργός της κυβέρνησης – κι άσχετη με τα θέματα πολιτισμού. Την Νάντια Βαλαβάνη. Γράφει, λοιπόν:
   
Αμάλ ή Νάντια;
   
Κρίνοντας από τα όσα έχει πει ώς τώρα με την ιδιότητα του υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού ο Αρ. Μπαλτάς, φαίνεται ότι η νέα κυβέρνηση δεν σκοπεύει να συνεχίσει τη συνεργασία με την Αμάλ Αλαμουντίν, παρότι η δικηγορική εταιρεία της έχει ήδη λάβει 200.000 βρετανικές λίρες για τη γνωμάτευση που ετοιμάζει σχετικά με την επιστροφή των Μαρμάρων. Φυσικά, τα Ελγίνεια είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να επιστρέψουν στην Ελλάδα, είτε με Αμάλ είτε χωρίς. Ομως η εμπλοκή στο ζήτημα της συζύγου του Τζορτζ Κλούνεϊ έδωσε στο θέμα διεθνή προβολή που είχαμε να δούμε όμοιά της από την εποχή της ακατονόμαστης. Τι τα θέλετε όμως; Αντε να εξηγήσεις στον θεωρητικό των Δεκεμβριανών του 2008 ότι η φάτσα της Αμάλ πουλάει περισσότερο από της Νάντιας Βαλαβάνη…
   
Στο σημείο αυτό ο σεξισμός και το μίσος του για τις γυναίκες μοιάζει να πιάνει ταβάνι. Κι όμως. Είχε κι άλλο. Στην παράγραφο που κλείνει το κείμενο, ο Στέφανος Κασιμάτης σχεδόν προκαλεί τον βιασμό ακτιβιστριών, κινούμενος επικίνδυνα στα όρια μιας σεξιστικής διαφήμισης της ουγγρικής αστυνομίας του Νοεμβρίου του 2014 κατά της σεξουαλικής βίας με το σαφές μήνυμα «θέλετε και τα παθαίνετε», γράφοντας:
   
Φτηνά τη γλίτωσαν
Οι βλαμμένες της Femen επιτέθηκαν (με τα γυμνά στήθη τους, με τι άλλο;) στον Γκομενίκ Στρος-Καν. Στάθηκαν τυχερές, δυστυχώς, οι αντιπαθέστατες. Αφενός διότι υπήρχε κόσμος τριγύρω και αφετέρου επειδή ο ζωηρός τέως διευθυντής του ΔΝΤ αντιμετωπίζει κάτι δικαστικά προβληματάκια και, συνεπώς, δεν τον συνέφερε να προκαλέσει. Ειδάλλως, οι υστερικές θα έκαναν τρεις μέρες τουλάχιστον για να μπορέσουν να σταθούν ξανά στα πόδια τους―και όχι από το ξύλο…
   
Κι επειδή δεν χρειάζεται να πολυλογώ άλλο, το μόνο που έχω να πω είναι αυτό:

Όλες οι εργαζόμενες της Καθημερινής οφείλουν να αποδοκιμάσουν εγγράφως, και μέσα από το ίδιο ΜΜΕ στο οποίο (συν)εργάζονται με τον Στέφανο Κασιμάτη, το σεξιστικό του παραλήρημα. Όλοι οι αρχισυντάκτες που διάβασαν το κείμενο αυτό πριν τυπωθεί –προφανώς εγκρίνοντας τον σεξισμό του αρθρογράφου- οφείλουν απολογηθούν πρωτίστως στις συναδέλφους τους, τις οποίες δεν σεβάστηκαν.
   
Όλοι οι συνάδελφοι του Στέφανου Κασιμάτη που δεν θεωρούν τους εαυτούς τους σεξιστές κι ούτε επιθυμούν να φιλοξενούνται τα κείμενά τους δίπλα σε κείμενα ρατσιστών, οφείλουν να συνυπογράψουν την αποδοκιμασία των συναδελφισσών τους.
   
Δεν ζητώ κάτι παράλογο, όπως να καταδικάσουν όλοι οι εργαζόμενοι της Καθημερινής κάθε σεξιστικό κείμενο που κυκλοφορεί εκεί έξω. Αν το έκαναν αυτό, τότε δεν θα είχαν χρόνο να κάνουν τίποτε άλλο. Ζητώ, όμως, να σεβαστούν τον άνθρωπο που βρίσκεται δίπλα τους και δέχεται επίθεση από έναν άνθρωπο τον οποίο η εφημερίδα εμπιστεύεται καθημερινά.
   
Αν δεν το κάνουν είναι σεξιστές. Ή φοβισμένοι υπάλληλοι. Ή αδιάφοροι έναντι οποιουδήποτε επιτίθεται σε μια γυναίκα… επειδή είναι γυναίκα. Κι επειδή οι συνάδελφοί τους στην ιστοσελίδα του ΣΚΑΪ πρόβαλλαν ευχάριστα το ρεπορτάζ για το σεξιστικό ουγγρικό βίντεο (το παραπάνω link οδηγεί στη σελίδα του μαγαζιού), δεν υπάρχει καμία άλλη δικαιολογία.
   
Όσο για τον ίδιο τον Στέφανο Κασιμάτη, δεν περιμένω τίποτα από έναν ρατσιστή. Παρά μόνο να καταλήξει να γράφει τα εμετικά του κείμενα εκεί που του αξίζει. Στον Στόχο, την Ελεύθερη Ώρα και την ιστοσελίδα της Χρυσής Αυγής.
  
Τέλος, για την ίδια την Καθημερινή, το μόνο που έχω να πω είναι πως έχουν ήδη αργήσει πολύ να προσλάβουν τον Νίκο Μιχαλολιάκο και τον Ηλία Κασιδιάρη στο δυναμικό τους. Λείπει πολύ η πένα τους στον όμιλο.