Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2015

«Δεν κάνουμε βήμα πίσω»

Tον πρώτο κύκλο επαφών του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα και του υπουργού Οικο­νομικών Γιάνη Βαρουφάκη σε αναζήτηση συμμαχιών αποτιμά σήμερα το Μαξίμου εν όψει των επόμενων σταθμών της διαπραγμάτευσης, αρχής γενομένης από τη Σύ­νοδο Κορυφής στις 12 Φεβρουαρίου.

κεί αναμένεται να σημειω­θεί και το πρώτο τετ-α-τετ του πρωθυπουργού με την Άνγκελα Μέρκελ, προς την κατεύθυνση της οποίας έδειξαν όλοι οι συνομιλητές του τις τελευταί­ες μέρες, καθώς όλοι δείχνουν ότι δεν είναι διατεθειμένοι να διακινδυνεύ­σουν τις σχέσεις τους με...
τη Γερμανία υιοθετώντας τις θέσεις της Ελλάδας ή κάποιες από αυτές.

Η Γερμανία

Αν κάτι προκύπτει εξόφθαλμα από αυτόν τον γύρο επαφών του πρω­θυπουργού και του υπουργού Οικο­νομικών, είναι ότι η ουσιαστική δια­πραγμάτευση θα γίνει με τη Γερμανία και θα είναι σκληρή.

Την εκτίμηση αυτήν επιβεβαιώνει η χθεσινή διαρροή γερμανικού εγ­γράφου στο Reuters, με το οποίο η Γερμανία εμφανίζεται αμετακίνη­τη από τις θέσεις της και λέει «όχι σε όλα», την παραμονή της συνάντησης του Γερμανού ΥΠΟΙΚ Βόλφγκανγκ Σόιμπλε με τον Έλληνα ομόλογό του Γιάνη Βαρουφάκη.

Πρόκειται για έγγραφο με κα­τευθύνσεις εν όψει του προσεχούς EuroWorkingGroup που θα προετοιμάσει τη σύνοδο του Eurogroup, στο οποίο σημειώνεται μεταξύ άλλων ότι η Αθήνα δεν πρέπει να πάρει πίσω καμία από τις μεταρρυθμίσεις και τις περικοπές που έχουν γίνει, ώστε να βελτιωθούν τα δημόσια οικονομικά και να επανέλθει η εμπιστοσύνη των αγορών και πως θα πρέπει να δώσει μια εμπροσθοβαρή δέσμευση ότι δι­ασφαλίζεται η πλήρης εφαρμογή των κρίσιμων μεταρρυθμίσεων.

«Ο στόχος είναι η συνέχιση της συμφωνηθείσας μεταρρυθμιστικής ατζέντας (όχι απόσυρση μέτρων), που θα καλύπτει μεγάλους τομείς όπως η διοίκηση εσόδων, η φορολογία, η δι­οίκηση των δημόσιων οικονομικών, οι ιδιωτικοποιήσεις, η δημόσια διοί­κηση, η υγεία, οι συντάξεις, η κοινω­νική ασφάλιση, η εκπαίδευση και η μάχη κατά της διαφθοράς» αναφέρεται στο έγγραφο.

Η απάντηση της ελληνικής κυβέρ­νησης, μέσω κύκλων του Μεγάρου Μαξίμου, ήταν εξίσου σκληρή, κα­θώς διαμηνύεται ότι οι προτάσεις να ανακαλέσει η νέα κυβέρνηση όλες τις προεκλογικές της δεσμεύσεις και να επαναφέρει το μνημόνιο και τα μέτρα που συμφώνησε η κυβέρνηση Σαμα­ρά «δεν θα γίνουν αποδεκτές» αφού «προσκρούουν στην πρόσφατη εντο­λή του ελληνικού λαού και δεν βοη­θούν στην αναπτυξιακή προοπτική της Ευρώπης».

«Θα συνεχίσουμε» επισημαίνουν «τις διαπραγματεύσεις με όλους τους Ευρωπαίους εταίρους μας σε πνεύμα συνεργασίας και αμοιβαίας κατανό­ησης». Καταγράφουν ωστόσο πως το έγγραφο αποτελεί απόδειξη ότι η Γερμανία «μπαίνει και τυπικά στη δι­απραγμάτευση» επιλέγοντας στην έναρξη αυτής της διαδικασίας τη «σκληρή τοποθέτηση».

Τα παραπάνω αποδεικνύουν ότι οι Γερμανοί δεν είναι διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν τόσο εύκολα την αξίωση να υπάρξει αξιολόγηση του τρέχοντος προγράμ­ματος. Σε κάθε περίπτωση, η Καγκελαρία είναι δύσκολο να προβεί σε κινήσεις αβροφροσύνης προς την Ελλάδα αν αυτές δεν διασφαλίζουν τον έλεγχο της Γερμανίας καθώς και το ότι δεν θίγεται το γόητρο της γερμανικής ηγεσίας ούτε ανατρέπεται η εσωτερι­κή ρητορική περί τεμπέληδων Νοτί­ων που πρέπει να «ματώσουν» για να λάβουν τη βοήθεια της Γερμανίας.

Η γερμανική πλευρά αναμένεται να απαιτήσει ισχυρές αποδείξεις βάσει στοιχείων ότι η Ελλάδα διαθέτει πράγματι εναλλακτικό σχέδιο, πλή­ρως κοστολογημένο, που θα τεκμη­ριώνει πηγές εσόδων προκειμένου να καλυφθούν τρύπες και κενά από τα φορολογικά έσοδα και λόγω του δημοσιονομικού ελλείμματος που άφησε πίσω της η προηγούμενη κυ­βέρνηση.

Το κατά πόσον η ελληνική πλευ­ρά μπορεί να πείσει τη Γερμανία θα φανεί στη σημερινή κρίσιμη συνάντηση του Γιάνη Βαρουφάκη με τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, όπου ο πρώτος θα παρουσιάσει με στοιχεία και αριθ­μούς το πρόγραμμα μεταρρυθμίσε­ων του ΣΥΡΙΖΑ. Από το αποτέλεσμα της συνάντησης θα κριθεί και το πό­σο σύντομα θα υπάρξει μια διμερής συνάντηση Μέρκελ - Τσίπρα.
Σημειώνεται ότι το ρα­ντεβού Βαρουφάκη - Σό­ιμπλε κλείστηκε μετά τη συνέντευξη του πρώ­του στους «Financial Times», όπου παρουσι­άστηκε διαφοροποιημένη η πρόταση της Ελλάδας για το χρέος, όταν διαφάνηκε ότι η κυβέρνηση δεν βρίσκει στήρι­ξη στο αίτημα για τη διαγρα­φή του.

Πλέον από την πλευρά της κυ­βέρνησης ο στόχος για την επί­τευξη της βιωσιμότητας του χρέους περνάει μέσα από την «απομείωση» του χρέους με κάθε πρόσφορο τε­χνικό μέσο, όπως τα «διηνεκή ομόλο­γα», τα οποία επικαλέστηκε ο Βαρουφάκης στην παραπάνω συνέντευξη και όχι με το κούρεμα ομολόγων, το οποίο, όπως ειπώθηκε, δεν είναι πο­λιτικά «εύπεπτο» στο εσωτερικό των άλλων ευρωπαϊκών χωρών και κυρί­ως της Γερμανίας.

Χρονική - οικονομική ανάσα

Από την πλευρά της η ελληνική κυ­βέρνηση στον πρώτο αυτό διαπραγ­ματευτικό γύρο επιδίωξε να διερευνήσει τη δυνατότητα συμμαχιών στο ευρωπαϊκό επίπεδο, τέτοιων που να μπορούν να μεσολαβήσουν και να «μαλακώσουν» τη γερμανική ηγεσία απέναντι στην Ελλάδα και το αίτη­μα, καταρχήν, για μια νέα ενδιάμεση συμφωνία, μέχρις ότου ολοκληρω­θούν οι διαπραγματεύσεις για το χρέ­ος (διαδικασία που για το Μαξίμου φαίνεται να έχει καταληκτικό ορίζο­ντα τις μεγάλες λήξεις ομολόγων τον ερχόμενο Ιούλιο).

Με άλλα λόγια, η ελληνική κυβέρ­νηση στα πρώτα της βήματα επιχεί­ρησε να αποτινάξει από πάνω της το τρέχον πρόγραμμα και τα μέτρα που το συνοδεύουν και να εξασφαλίσει χρηματοδοτική στήριξη έως το κα­λοκαίρι, μέσα από μια ενδιάμεση νέα συμφωνία, εφόσον εξ αρχής δήλωσε ότι δεν θα λάβει τη δόση των 7,2 δισ. που αντιστοιχεί στα συμφωνηθέντα μεταξύ των εταίρων και της προη­γούμενης κυβέρνησης Σαμαρά.

Στις επιδιώξεις της ελληνικής κυ­βέρνησης είναι επίσης η κατάργηση της τρόικας, καθώς στην αντίληψή της συνιστά ένα αντιδημοκρατικό εποπτικό όργανο, το οποίο επίσης δεν έχει καμιά εξουσιοδότηση για πολιτική διαπραγμάτευση. Ο στόχος αυτός φαίνεται να συμπίπτει με τις διαθέσεις Γιούνκερ, ο οποίος όμως δείχνει να βάζει «φρένο» στα σχέδια για κατάργηση ή αντικατάσταση της τρόικας ώστε να μην πιστωθεί μια καίρια και άμεση νίκη η Αθήνα.

Η συνέχιση της χρηματοδότησης μέσα από μια συμφωνία - «γέφυρα» είναι βασικό ζητούμενο για το Μα­ξίμου. Ουσιαστικά θεωρείται προϋ­πόθεση για να υπάρξει πολιτική και οικονομική ανάσα που θα επιτρέψει στην ελληνική κυβέρνηση να προ­χωρήσει στον πυρήνα των διαπραγ­ματεύσεων, έχοντας πρώτα σταθε­ροποιηθεί στο εσωτερικό, το οποίο αναμένει τις πρώτες εξαγγελίες (κατώτατος μισθός, συντάξεις κ.λπ.) να λάβουν σάρκα και οστά.

Η κυβέρνηση επιζητεί να γίνει σύ­ντομα μια πρωταρχική διευθέτηση της συμφωνίας για την άμεση χρη­ματοδότηση και τα ανταλλάγματα που αναμένεται ότι θα ζητηθούν, προκειμένου να σταθεροποιηθεί και στο εσωτερικό αλλά και στο εξωτε­ρικό, ώστε οι διαπραγματεύσεις να προχωρήσουν σε σχετικά ήρεμο και όχι συγκρουσιακό κλίμα, το οποίο αυτόματα αποτυπώνεται στις αγο­ρές και τα χρηματιστήρια.

Βεβαίως, η κυβέρνηση γνωρίζει ότι η διαπραγμάτευση που μόλις ξε­κίνησε θα είναι μια μακρά και επίπο­νη διαδικασία, όπου δεν θα λείψει και το συγκρουσιακό κλίμα - ο Αλέξης Τσίπρας στις χθεσινές δηλώσεις του με τον Σουλτς αναγνώρισε την προοπτική αυτήν, αλλά ταυτόχρονα εμφανίστηκε αισιόδοξος λέγοντας: «Γνωρίζω ότι η ιστορία της Ευρωπαϊ­κής Ένωσης είναι μια ιστορία διαφω­νιών, αλλά στο τέλος συμφωνιών και λύσεων».

Η εκκίνηση της κυβέρνησης - όπως αποτυπώθηκε στις συναντή­σεις Τσίπρα με Σουλτς και Βαρουφά- κη με Ντάισελμπλουμ - υπήρξε κα­τά κοινή ομολογία δυναμική, αιφνιδιάζοντας τους περισσότερους, ακόμη και όσους τον ψήφισαν, και έδωσε αμέσως την αίσθηση μιας διαφορε­τικής στάσης σε σύγκριση με ό,τι μας είχαν συνηθίσει οι κυβερνήσεις Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ (και τα υβρίδιά τους) τις προηγούμενες δεκαετίες και κυρί­ως από το 2010 κι έπειτα.

Η κυβέρνηση εξέπεμψε την εικό­να σθεναρής διεκδίκησης κι έδωσε την εντύπωση ότι διαθέτει σχέδιο διαπραγμάτευσης, κερδίζοντας αμέ­σως πόντους στο εσωτερικό, με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν υψηλή αποδοχή, στήριξη και υψηλά ποσο­στά πολιτών που αποτιμούν ως θετι­κή τη συνεργασία με τους ΑΝΕΛΛ και ελπίζουν η κυβέρνηση συνολικά να πετύχει.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, το Μαξίμου γνωρίζει ότι, προκειμένου η κυ­βέρνηση να σταθεροποιηθεί και στο εξωτερικό, πρέπει να αξιοποιηθούν ρωγμές, να αναζητηθούν ερείσμα­τα στην Ευρώπη αλλά και να δοθούν οι απαραίτητες διαβεβαιώσεις ότι δεν επιδιώκεται η ρήξη, αλλά ο διάλογος και οι συνεργασία, κι επομένως υπάρ­χει διάθεση υποχωρήσεων.

Φιλικό χτύπημα στον ώμο...

Αυτό που ως επί το πλείστον έλαβε η ελληνική κυβέρνηση από τον κύ­κλο επαφών που πραγματοποίησε με αποκορύφωμα τις συναντήσεις με Γιούνκερ και Ολάντ είναι καλές προθέ­σεις για τη διαμεσολάβηση μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας ώστε να βρε­θεί μια συμβιβαστική λύση.

Ο πρωθυπουργός στις κοινές δη­λώσεις με τον Μάρτιν Σουλτς, τον οποίο συνάντησε εκτός προγράμματος μετά τον Γιούνκερ (ο τελευταίος μάλλον θέλησε να αποφύγει τις κοι­νές δηλώσεις σε αυτήν τη φάση) υπο­γράμμισε τη θέληση της κυβέρνησης να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση, ενώ τόνισε ότι αυτή σέβεται αφενός την κυριαρχία του ελληνικού λαού και την εντολή που έδωσε στις εκλο­γές, αφετέρου τους ευρωπαϊκούς κανόνες, για τους οποίους είπε: «Θέ­λουμε να διορθώσουμε αυτό το πλαί­σιο, όχι να το διαλύσουμε».

Από τη συνάντηση του Τσίπρα η κυβέρνηση εμφανίζεται ικανοποιη­μένη για το γεγονός ότι διεξήχθη σε καλό κλίμα, με τον πρόεδρο της Κομι­σιόν να δείχνει διατεθειμένος να αναλάβει ρόλο διαμεσολαβητή υπό τον όρο ότι η Αθήνα διαθέτει συγκεκρι­μένο σχέδιο.

Σύμφωνα με κυβερνη­τικούς κύκλους, ο Ζαν Κλοντ Γιούν­κερ επισήμανε κατά τη διάρκεια της συνάντησης ότι θέλει να βοηθήσει για την εξεύρεση μιας κοινής συμ­φωνίας, αλλά υπάρχουν ακόμη δια­φορές που πρέπει να γεφυρωθούν καθώς και πως ο ίδιος αντιλαμβάνε­ται την πολιτική διάσταση του ζητή­ματος και είναι υποχρεωμένος να συ­ζητήσει με όλες τις πλευρές.

Οι ίδιοι κύκλοι καταγράφουν στα θετικά το ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δέχονται να συνομιλήσουν με την Ελ­λάδα και «συνειδητοποιούν ότι χρει­άζεται χρόνος για διαβούλευση χω­ρίς να βάζουν τελεσίγραφα». Παράλ­ληλα επισημαίνουν την απουσία ανα­φορών στην «τρόικα» ή στη συνέχιση του προηγούμενου προγράμματος και της προηγούμενης πολιτικής.

Όσον αφορά το περιεχόμενο της συνάντησης, ο πρωθυπουργός παρουσίασε την πρόταση της ελληνικής κυβέρνησης για μια συμφωνία - «γέ­φυρα» που θα δίνει πίστωση χρόνου ώστε να διαμορφωθεί από κοινού ένα τετραετές σχέδιο για την περίοδο 2015-2018. Η συμφωνία αυτή θα πε­ριλαμβάνει:

- Ένα ριζοσπαστικό Εθνικό Σχέδιο Μεταρρυθμίσεων σε τομείς που εί­ναι κρίσιμοι, όπως η πάταξη της δια­φθοράς και της διαπλοκής, η αντιμε­τώπιση της φοροδιαφυγής και η ενί­σχυση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης.

- Δημοσιονομική εξισορρόπηση, χωρίς ελλείμματα αλλά και χωρίς τα τερατώδη πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 4,5% ΑΕΠ που καθιστούν την ελληνική οικονομία όμηρο και συνι- στούν μια παγίδα ύφεσης και δημό­σιου χρέους, συνθλίβοντας την ελ­ληνική κοινωνία. Στο σημείο αυτό η ελληνική πλευρά υπογράμμισε ότι θα σεβαστεί τους κανόνες της Ε.Ε., όμως δεν υπάρχει κανένας κανόνας που να επιβάλλει τέτοιας έκτασης λι­τότητα.

Σύντομος ο Ολάντ, αιχμές από Τσίπρα

Στη συνάντηση του Παρισιού, η οποία, σύμφωνα με κυ­βερνητικές πηγές, εκτυλίχθηκε σε «εξαιρετικό κλίμα», ο Ολάντ ήταν σύντομος στις δηλώσεις του δίνοντας τη μεγαλύτερη έμφαση στον σεβασμό στους κανόνες της Ευρωπαϊκής'Ενωσης και τις δεσμεύεις που έχουν αναληφθεί, μεταφέροντας με αυτόν τον τρόπο το γερμανικό μή­νυμα της πειθαρχίας.

Σημείωσε πάντως και την ανάγκη σεβασμού στην ψήφο του ελληνικού λαού, την οποία ερμήνευσε ως ένδειξη ότι «η λιτότητα ως μόνη πραγματικότητα και ως μόνη προο­πτική δεν είναι πλέον ανεκτή».

 Τόνισε επίσης ότι πρέπει να υπάρξει διάλογος με την Ελλάδα «διαφανής» και «σε συνθήκες νηφαλιότητας, που να εδραιώνουν τη θέληση να πάμε μπροστά», και να ενισχυθεί, ώστε να υπάρξει μια κοινή συμφωνία, ενώ δήλωσε ότι η Γαλλία είναι αλληλέγ­γυα και θα το δείξει αυτό τις επόμενες μέρες.

Από την άλλη πλευρά, οι δηλώσεις του πρωθυπουργού επέμειναν στη θέση ότι η Ελλάδα δεν αποτελεί απειλή και διεκδικεί χρόνο αλλά και κοινή συμφωνία προς το συμφέ­ρον όλων.

Περιείχαν ωστόσο αιχμές απέναντι στην επιταγή του σε­βασμού των κανόνων, κάτι το οποίο αποδέχτηκε μεν συ­μπληρώνοντας όμως την ανάγκη ισοτιμίας μεταξύ των εταίρων λέγοντας χαρακτηριστικά: «Στην Ε.Ε. και την ευρωζώνη δεν υπάρχουν ιδιοκτήτες και ενοικιαστές. Εί­μαστε όλοι συγκάτοικοι και οφείλουμε να δουλέψουμε σκληρά για το κοινό ευρωπαϊκό μέλλον».

Επιπλέον σημείωσε ότι η Ελλάδα χρειάζεται τη Γαλλία «μπροστά ως εγγυητή της ενωμένης Ευρώπης, πρωτα­γωνιστή στην κοινή προσπάθεια για αλλαγή πολιτικής». Επανέλαβε ότι «η Ελλάδα έχει καταθέσει ρεαλιστικές προτάσεις που μπορούν να γίνουν αποδεκτές και να οδη­γήσουν σε συμφωνία που θα εξασφαλίσει τον απαιτούμενο χρόνο για να προχωρήσει στις αναγκαίες μεταρ­ρυθμίσεις».

Κυβερνητικές πηγές τονίζουν ότι υπήρξε κοινός τόπος τό­σο στο θέμα των μεταρρυθμίσεων και ειδικά στη φορολο­γία όσο και στο ότι δεν υπάρχουν κανόνες της Ε.Ε. ή της ευρωζώνης που να επιβάλλουν «τερατώδη» πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 4,5% του ΑΕΠ στο διηνεκές, ειδικά όταν μία χώρα έχει απολέσει πάνω από το 25% του παραγόμενου πλούτου της.
Από το Ποντίκι