Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

Venceremos, το λοιπόν!

Του Στρατή Μπουρνάζου

Κυριακή 25 Ιανουαρίου. Mια μέselida 1ρα που προμηνύεται λαμπρή. Και όταν ο ήλιος θα έχει πια γείρει, εκεί κατά τις εφτά το βράδυ, όταν οι κάλπες κλείνουν και ξανανοίγουν για την καταμέτρηση, μια ακόμα πιο λαμπρή νύχτα θα ανατείλει.

Γιατί όμως η διαφαινόμενη (μεγάλη) νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνηση της Αριστεράς φωτίζει τις καρδιές και τα πρόσωπά μας; Επειδή θα ξεφορτωθούμε τον Σαμαρά, τον Βορίδη και τον Βενιζέλο; Σίγουρα! Επειδή θα απαλλαγούμε από το άγος της μπαλτάκειας διακυβέρνησης; Ασφαλώς! Επειδή προσδοκούμε να δούμε –ας μου επιτρέψουν οι αβροί αναγνώστες– τον Πρετεντέρη...
με μια προβοσκίδα να; Και γι’ αυτό! Επειδή ζούμε την «ελληνική ώρα της Ευρώπης και την ευρωπαϊκή ώρα της Ελλάδας», όπως έγραψε στα προπροηγούμενα «Ενθέματα» ο Αντώνης Λιάκος; Ναι! Επειδή ο μονόδρομος ίσως να μην είναι μονόδρομος και η ελπίδα ανθίζει; Ναι, ναι, και για δεκάδες άλλους λόγους ναι — ο καθένας ας προσθέσει τον δικό του. Αλλά για την ειδική κατηγορία, στην οποία ανήκουν οι περισσότεροι αναγνώστες αυτής της εφημερίδας, τους αριστερούς και τις αριστερές εννοώ, υπάρχουν δύο ιδιαίτερα στοιχεία που κάνουν τη μέρα μοναδική.

Το ένα έρχεται από το παρελθόν. Είναι η βαριά σκιά των απόντων, το παλίμψηστο της ιστορίας μας. Ένα κόκκινο, κατακόκκινο νήμα, που μας πάει τουλάχιστον στα χρόνια της Αντίστασης, που ενώνεται με τα μεγάλα ευρωπαϊκά και διεθνή κινήματα του περασμένου αιώνα, αντιφασιστικά, εργατικά, δικαιωματικά, νεολαιίστικα, διεθνιστικά, και φτάνει στο σήμερα. Δεν μιλάω αφηρημένα, δεν μιλάω από τη σκοπιά του «αναλυτή» ή του ιστορικού του μέλλοντος που θα αποφανθεί αν η 25.1.2015 θα γραφτεί με Χρυσά Γράμματα στις Δέλτους της Ιστορίας. Σας γράφω, γραφέας υπηρεσίας και πολεμικός ανταποκριτής από το στρατόπεδο των συναισθημάτων. Γιατί αυτό το παρελθόν μας διαπερνά, είναι μέσα μας, πυρπόλησε τη νιότη μας και συνεχίζει να φωτίζει τις ζωές μας. Μιλάω για τους νεκρούς μας, για διαδρομές και μνήμες που ζωογονούν το σήμερα. Για την προσωπική μας ιστορία, τους αγώνες και τις δικές μας στιγμές, από τις πιο μεγάλες μέχρι και τις πιο μικρές (μικρές, αλλά ανεκτίμητες, ένας Ροζ Πάνθηρας που ξεπηδάει από τα αυτοκολλητάκια της ΣΑΦ, στη Φιλοσοφική του ’80), τις βλέπω να περνάνε καρέ καρέ μπροστά μου, καθώς ακούω το Bella Ciao στην Πανεπιστημίου. Η τυραννία της μνήμης, η ευλογία της μνήμης.

Δεν θα ανατρέξω, και πάλι, στα μεγάλα ιστορικά γεγονότα ή τα πεδία των μαχών, πραγματικών και ιδεολογικών· θα πω τέσσερα ονόματα: Άγγελος Ελεφάντης, Φίλιππος Ηλιού, Γιάννης Μπανιάς Μιχάλης Παπαγιαννάκης. Δεν με ενδιαφέρει τι θα ψήφιζαν, και το τελευταίο που με ενδιαφέρει είναι να τους ντύσω «κομματάρχες» του ΣΥΡΙΖΑ και να τους ανεβάζω επί σκηνής. Θέλω όμως να πω ότι σήμερα, όπως και όλο το τελευταίο διάστημα, αισθάνομαι πολύ την απουσία τους (σε παράλληλη τροχιά, και οι σκέψεις του Βαγγέλη Καραμανωλάκη, στον «Χρόνο»). Είναι και αυτός ένας τρόπος παρουσίας και συμμετοχής τους στο γίγνεσθαι. Δεν μπορώ να το εξηγήσω καλύτερα, ξέρω μόνο πως αυτές οι ζώσες απουσίες φορτίζουν τη σημερινή μέρα, την κάνουν καλό αγωγό της συγκίνησης, δίνοντάς της ειδική θερμοκρασία.

Το δεύτερο στοιχείο είναι το μέλλον που ανοίγεται μπροστά μας — ως γνωστόν, η κοινωνική επανάσταση θα αντλήσει την ποίησή της όχι από το παρελθόν, αλλά από το μέλλον. Είναι κάτι που εύκολα περιγράφεται, με λίγες λέξεις: η πρώτη κυβέρνηση της Αριστεράς, μετά τον Πόλεμο, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλη την Ευρώπη. Εύκολα το λέμε και εύκολα χαιρόμαστε, σχεδόν καυχιόμαστε προκαταβολικά γι’ αυτό — και καλά κάνουμε. Όσο όμως εύκολα το λέμε άλλο τόσο δύσκολα αντιλαμβανόμαστε τη σημασία του. Όχι για να λυγίσουν τα γόνατά μας από το βάρος της ευθύνης, αλλά για να σηκωθούμε ψηλότερα από την ενέργεια που εκλύεται, τη δυναμική που μπορεί να ξεδιπλωθεί.

Υπάρχουν στιγμές οι οποίες υπερβαίνουν τις προσωπικές πορείες, τα άτομα και τα αίτια, καθώς αυτονομούνται από τους λόγους, τα σκεπτικά και τα κίνητρα που τις γέννησαν. Η κυβέρνηση της Αριστεράς (όπως και το κίνημα των πλατειών παλιότερα) είναι μια από αυτές. Από αύριο κιόλας ανοίγεται ένα πρωτοφανές πεδίο, το πεδίο της πράξης: όλα εκείνα που για χρόνια λέγαμε, πιστεύαμε, διεκδικούσαμε, τώρα έχουμε τώρα τη δυνατότητα –και την υποχρέωση– να τα κάνουμε πράξη. Είναι η στιγμή της πράξης.

Πρέπει να καταλάβουμε τη μοναδικότητα της στιγμής. Και να πετάξουμε στους νέους ορίζοντες, διευρύνοντας τους ακόμα περισσότερο. Η κυβέρνηση της Αριστεράς αφορά τη μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας, γιατί θα αλλάξει την καθημερινότητα και τη ζωή των ανθρώπων. Και αφορά, επίσης, από πολύ πιο ειδική σκοπιά, όλους και όλες που τοποθετούνται στο μεγάλο ρεύμα των αγώνων για τη δημοκρατία, την κοινωνική δικαιοσύνη, και την αλληλεγγύη, τα δικαιώματα, την ισότητα, την ελευθερία. Η επιτυχία της κυβέρνησης της Αριστεράς τους αφορά, και πρέπει να τους αφορά, άμεσα, να τους καίει, ανεξάρτητα με το τι ψηφίζουν σήμερα και το τι πιστεύουν για τον ΣΥΡΙΖΑ. Με λυδία λίθο την πράξη. Αυτό είναι, για μένα, το πεδίο που μπορεί να εγγυηθεί πλατιές κοινωνικές (και όχι πολιτικές ή, ακόμα χειρότερα, πολιτικάντικες) συμμαχίες: η πράξη, η διεύρυνση του πεδίου της πράξης. Αυτό είναι το καθήκον μας, θεωρώ: να αδράξουμε τη στιγμή, να δημιουργήσουμε συμφωνίες και ρήξεις με βάση τις πράξεις. Και τη συμφωνία ή την κριτική μας, την υποστήριξη ή την αντίθεση, να τις εκφράσουμε πάλι με πράξεις — όχι με παχιά λόγια, είτε πανηγυρικούς είτε φιλιππικούς.

Όλα αυτά από αύριο. Όχι μεθαύριο, από αύριο κιόλας. Καλό βόλι και με τη νίκη, σήμερα! Και κλείνω με την επωδό με την οποία τελειώνει, εδώ και χρόνια, τα μαίηλ του ένας καλός φίλος: Venceremos, το λοιπόν!

Από enthemata