Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

Για τη Χρυσή Αυγή

Γράφει ο Νίκος Μπογιόπουλος 

Ο νέος αέρας που φύσηξε από το βράδυ της Κυριακής των εκλογών έχει και κάτι από τα παλιά. Ήταν στις εκλογές του 1977 όταν η «Εθνική Παράταξις» του Στ. Στεφανόπουλου, ένα μόρφωμα βγαλμένο από τα φιλοβασιλικά και εθνικιστικά καταγώγια είχε λάβει το 6,8% των ψήφων μετά από μια προεκλογική καμπάνια κατά την οποία δέσποζε το σύνθημα «κουμούνια – κουμούνια θα γίνεται σαπούνια»…
    
Σαράντα χρόνια από τότε και 70 χρόνια από την εποχή των «χιτών» και του δοσιλογισμού βλέπουμε ότι ο κοινωνικός και πολιτικός κατιμάς έχει κι αυτός την ιδιότητα να αναπαράγεται…
     
Όσον αφορά το εκλογικό αποτέλεσμα της περασμένης Κυριακής επικύρωσε ότι αυτή η Δημοκρατία, η αστική Δημοκρατία με τις «Ζήμενς» και...
τις «λίστες Λαγκάρντ», έχει παγιωθεί στην αντίληψη σημαντικών αριθμητικά στρωμάτων ως συνώνυμη της συναλλαγής, της διαφθοράς, της ατιμωρησίας, του ψεύδους, της κλοπής και της αδικίας.
     
Αυτή η Δημοκρατία, εντός της οποίας το 6,3% του εκλογικού σώματος κατέληξε στην εκλογική αγκαλιά της Χρυσής Αυγής, είναι η ίδια που με την ανάδειξη της ακροδεξιάς του ΛΑΟΣ σε κυβερνητική συνιστώσα και με την αντικομμουνιστική ρητορική των ταγών της, αρχικά φρόντισε να απενοχοποιήσει και να αποχαρακτηρίσει τον φασισμό. Στη συνέχεια σαλιάρισε μαζί του. Και σήμερα παριστάνει την «σκεπτική» ή ακόμα και τη «σοκαρισμένη» για το ναζιστικό φίδι που φρόντισε να θρέψει μέσα στους ίδιους τους υπονόμους της.
    
Την Κυριακή επαναβεβαιώθηκε: Ουδείς πρέπει να υποτιμά την αποτελεσματική ικανότητα της ιδεολογικής επιδημίας του φασισμού να εισχωρεί με την δημαγωγία του στην κοινωνική συνείδηση. Ειδικά σε συνθήκες σήψης που ξεκινά από τις πλαστές πινακίδες Λιάπη μέχρι τα σκάνδαλα των ΜΚΟ και τις μίζες των εξοπλιστικών προγραμμάτων. Ειδικά σε συνθήκες αποδυνάμωσης των δημοκρατικών, πολιτικών και κοινωνικών ελευθεριών. 

Ταυτόχρονα, η Ιστορία του 20ου αιώνα διδάσκει:
α) Ο φασισμός «παίζει» με το αίσθημα εθνικής αξιοπρέπειας. Εκφράζει την πιο αντιδραστική μορφή του αστικού εθνικισμού. Διευκολύνει την διαιώνιση της ταξικής κυριαρχίας των ισχυρών, αποδίδοντας τα δεινά του λαού στην «εθνοτική του υποτίμηση» και όχι στην ταξική του καταπίεση.
β) H φασιστική κλίκα, με το πρόσχημα ότι υπερασπίζεται τα πανεθνικά συμφέροντα, προωθεί την πολιτική καταπίεσης και εκμετάλλευσης του ίδιου της του λαού και της καταλήστευσης και υποδούλωσης άλλων λαών. Μετατρέπει τον πατριωτισμό σε σωβινισμό αξιοποιώντας τον εθνικό μηδενισμό που με τη μάσκα του «διεθνισμού» πλασάρουν οι ιδεολογικοί φορείς του κεφαλαίου. Του κεφαλαίου που δεν έχει πατρίδα.
γ) Οι φασίστες, πάντα και παντού, μετατρέπουν την εθνική υπερηφάνεια του λαού για το παρελθόν του, για τους αγώνες του, για τη γλώσσα του, για την καταγωγή του, για τον τόπο του, για τα ιστορικά επιτεύγματά του, από εργαλείο φιλίας μεταξύ των λαών και εμπλουτισμού του ανθρώπινου πολιτισμού, σε «μαχαίρι» του μισανθρωπισμού.
δ) Ο φασισμός, πάντα και παντού, αξιοποιεί την φτωχοποίηση πλατιών κοινωνικών στρωμάτων για να αποκτήσει κοινωνική βάση. «Ψαρεύει» στα κατεστραμμένα κοινωνικά στρώματα ξεστρατίζοντας τη δίκαιη οργή τους από τις λεωφόρους της διεκδίκησης του δίκιου στα μονοπάτια  της «αντεκδίκησης», την οποία αναλαμβάνουν οι φασίστες ως οι πιο λαϊκιστές και οι πιο… βαρβάτοι «τιμωροί».
ε) Ο φασισμός (και είναι ολέθριο να μη το βλέπεις) είναι μια επιδημία που με τη δημαγωγία του και την «αντισυστημική» μάσκα του καταφέρνει να εισχωρεί τόσο βαθύτερα στην κοινωνική συνείδηση όσο μεγαλύτερη είναι η σήψη του καπιταλιστικού συστήματος, ο αντιδημοκρατικός του κατήφορος, η κοινωνική δυστυχία που αυτό προκαλεί, αλλά πάντα σε συνδυασμό με την αδυναμία του εργατικού κινήματος να βρεθεί στο ύψος των περιστάσεων της επίθεσης που δέχεται.
    
Ένα από τα μηνύματα της κάλπης, συνεπώς, είναι κι αυτό: Η υποχρέωση να αποβάλει η κοινωνία από τις τάξεις της τον μισανθρωπισμό, την παραχάραξη της ιστορίας, την παραποίηση της αλήθειας, την καπηλεία κάθε τι ηρωικού και αγνού, αναδεικνύεται επιτακτική ανάγκη.
   
Ο λόγος είναι προφανής: Ο ναζισμός είναι η δήθεν «αντισυστημική» εφεδρεία του καθεστώτος εντός του οποίου εκτρέφεται. Είναι το μαστίγιο του καθεστώτος της εκμετάλλευσης που χρησιμοποιείται για να τσακίζονται οι αντιστάσεις και για να ξεστρατίζει η οργή που προκαλεί η πολιτική του καθεστώτος.
     
Ο ναζισμός είναι ο επικουρικός παρακρατικός μηχανισμός του συστήματος που η ανθρωπότητα, όποτε τον γνώρισε ως επίσημη μορφή πολιτικής διαχείρισης των υποθέσεων του συστήματος, πλήρωσε βαρύ τίμημα η Ελλάδα, δε, ένα από τα βαρύτερα.
***   
Μια ακόμα κουβέντα – καθαρή κουβέντα: Καμία ψήφος που πήγε στη Χρυσή Αυγή στις εκλογές αυτές δεν έχει το άλλοθι της άγνοιας για το τι επιδότησε. Γεγονός που σημαίνει ότι η απόσπαση αυτών των ανθρώπων από το «σύστημα αξιών» του χρυσαυγιτισμού – μέσα από την πειθώ, το παράδειγμα, την πολιτική και ιστορική αντιπαραβολή του δημοκρατικού ιδεώδους με το «μαύρο» - είναι μια διαδικασία τόσο αναγκαία όσο και δύσκολη.
     
Σε κάθε περίπτωση, οι ψήφοι στην Χρυσή Αυγή λειτουργούν, αντικειμενικά, ως ψήφοι επικρότησης μιας εγκληματικής συμμορίας. Αλλά, η Χρυσή Αυγή δεν έπαψε να είναι εγκληματική συμμορία επειδή αναδείχτηκε τρίτη δύναμη. Η Χρυσή Αυγή είναι ναζιστική συμμορία. Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη απόδειξη του εγκληματικού χαρακτήρα της. Ο ναζισμός της.
     
Η τρίτη θέση της Χρυσής Αυγής συνιστά, τελικά, υπόμνηση πόσο εγκληματική μορφή μπορεί να πάρει δυνητικά το σύστημα που εκτρέφει Χρυσές Αυγές. Το 6,3% της Χρυσής Αυγής δεν την καθιστά λιγότερη ναζιστική απ’ ό,τι είναι. Όπως ακριβώς το 33% και το 44% του Χίτλερ το 1933 δεν τον κατέστησαν λιγότερο… Χίτλερ απ’ ό,τι ήταν.

Από enikos