Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

Ποιοι φοβούνται τη φυλακή αν κυβερνήσει ο ΣΥΡΙΖΑ;

Ποινικές ευθύνες μπορούν να διερευνηθούν για όλους τους κυβερνητικούς και εν γένει κρατικούς λειτουργούς που ενεπλάκησαν με τα μνημόνια και τα συναφή νομοθετήματα, ενώ ο Α. Σαμαράς, ο Γ. Παπανδρέου, ο Ε. Βενιζέλος, ο Γ. Παπακωνσταντίνου, ο Γ. Στουρνάρας και άλλοι, κινδυνεύουν με κατηγορία για εσχάτη προδοσία, αν η νέα Βουλή επιλέξει να αποκαταστήσει την αλήθεια…
  
Στην ομιλία του αμέσως μετά την τρίτη ψηφοφορία για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας και την προκήρυξη βουλευτικών εκλογών, ο Αλέξης Τσίπρας έκανε λόγο για όσους «ενέπλεξαν το λαό σε μια πρωτοφανή τραγωδία» και επέμεινε ότι υπάρχει ανάγκη να μάθουμε την «αλήθεια» για τα πεπραγμένα των κυβερνήσεων της κρίσης. Μεταξύ άλλων, ρώτησε: «Γιατί, αλήθεια, ο κ. Παπανδρέου, την ίδια στιγμή που το 2009 δημόσια καταφέρονταν εναντίον του ΔΝΤ, είχε ήδη κλείσει μυστικά, όπως...
αποδείχτηκε, συμφωνία με το ΔΝΤ πριν ακόμη από τις εκλογές;
  
Είναι η ώρα να μάθουμε γιατί, αλήθεια, ο κ. Παπακωνσταντίνου, την ώρα που έπρεπε να δανειστεί από τις αγορές, μίλαγε για “Τιτανικό” και αρνούνταν τα δανεικά των αγορών; Γιατί, αλήθεια, η ΕΛΣΤΑΤ διόγκωσε το δημόσιο έλλειμμα με αποτέλεσμα να βρεθεί η χώρα στο μάτι του κυκλώνα; Είναι η ώρα να μάθουμε γιατί, αλήθεια, ο κ. Σαμαράς μέσα σε μια νύχτα, την περιβόητη νύχτα των Καννών, μετατράπηκε από αντιμνημονιακός σε μνημονιακότερο των μνημονιακών; Ποιες δεσμεύσεις έδωσε στην κ. Μέρκελ, στον κ. Μπαρόζο, στον κ. Γιούνκερ;
  
Είναι η ώρα να μάθουμε γιατί, αλήθεια, ο κ. Βενιζέλος ταξίδεψε στις Κάννες αντιπρόεδρος του Παπανδρέου και επέστρεψε αντιπρόεδρος του Σαμαρά; Είναι, επίσης, ώρα να μάθουμε: γιατί, αλήθεια, το 2012, ο τότε υπουργός οικονομικών, ο κ. Στουρνάρας, ενώ είχε τη στήριξη Λαγκάρντ να θέσει θέμα διαγραφής του ελληνικού χρέους στο Eurogroup, το κάρφωσε στον κ. Σόιμπλε, για να του πει το απαξιωτικό “forget it, Yiannis” κι αυτός αμέσως να το ξεχάσει; Είναι η ώρα να μάθουμε γιατί, αλήθεια, δυόμισι χρόνια τώρα η κυβέρνηση Σαμαρά λεηλατεί στη φορολογία τη μεσαία τάξη, ενώ βάζει στα συρτάρια της λίστες της φοροδιαφυγής, τη λίστα Λαγκάρντ, και αφήνει στο απυρόβλητο τους μεγαλοφοροφυγάδες;».
  
Και ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ δεσμεύτηκε για τη διερεύνηση και την αποκατάσταση της αλήθειας, όχι μόνο στην προεκλογική περίοδο, αλλά και όταν «η νέα κυβέρνηση πάρει τις τύχες αυτού του τόπου στα χέρια της για να αποδώσει δικαιοσύνη».
  
Δέσμευση του ΣΥΡΙΖΑ για δικαιοσύνη
  
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο ΣΥΡΙΖΑ δεσμεύεται, είτε μέσω του αρχηγού του, είτε μέσω επιφανών στελεχών, να αποδώσει δικαιοσύνη για τον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις Παπανδρέου, Παπαδήμου, Σαμαρά-Βενιζέλου υπήγαγαν τη χώρα στο καθεστώς των λεγάμενων «μνημονίων» και για τις μεθοδεύσεις που τα συνόδευσαν σε πάμπολλα μέτωπα – από την παραίτηση της χώρας από κυριαρχικά της δικαιώματα ως τη διαστροφή και την παρεμπόδιση της κοινοβουλευτικής λειτουργίας και ως τις ιδιωτικοποιήσεις δημόσιας περιουσίας.
  
Η βουλεύτρια του ΣΥΡΙΖΑ Ζωή Κωνσταντοπούλου, τον περασμένο Ιούνιο, δήλωνε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ: «Έχουμε υποβάλει αιτήματα για τη συγκρότηση εξεταστικής επιτροπής διερεύνησης και της υπόθεσης του μνημονίου, και της υπόθεσης της λίστας Λαγκάρντ και της υπόθεσης της ΕΡΤ και της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, αλλά και της υπόθεσης των υποβρυχίων και των εξοπλιστικών προγραμμάτων, και έχουμε προσκρούσει στη διαρκή άρνηση της κυβερνητικής πλειοψηφίας, όπως διαμορφώνεται στο κοινοβούλιο. Έχουμε ταυτόχρονα επισημάνει επανειλημμένα και αντιδράσει σε εκείνα τα οποία μεθοδεύονται από την κυβέρνηση υπογείως, νυχτιάτικα και σε μια άδεια Βουλή. Μιλάμε για τροπολογίες-ντροπολογίες, με τις οποίες δίνεται ασυλία και ατιμωρησία σε “ημέτερους”, οι οποίοι είναι υπόλογοι ενώπιον του Δημοσίου, έχουν καταχραστεί δημόσιο χρήμα, παραπέμπονται ενώπιον δικαστηρίων ή έχει ασκηθεί εναντίον τους ποινική δίωξη και η κυβέρνηση παρεμβαίνει, εμποδίζοντας τη Δικαιοσύνη να φτάσει μέχρι τέλος τις υποθέσεις αυτές. […]
  
Δηλαδή, εκεί που εντοπίζει η Εισαγγελία ότι μπορεί να υπάρχει παράβαση καθήκοντος και επιζήμια για το Δημόσιο συμπεριφορά εκείνων που διαχειρίζονται τη δημόσια περιουσία, αποφασίζει η κυβέρνηση να μη δικαστούν για να μπορέσει να ξεπουλήσει άρον άρον τα περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου. Αυτά αλίμονο, ως κυβέρνηση, αν δεν τα αποκαταστήσουμε. Είναι υποχρέωσή μας όταν και εφόσον ο ελληνικός λαός μάς τιμήσει με την ψήφο και την εμπιστοσύνη του, αυτά και που σήμερα ζητούμε να ερευνηθούν και να διαλευκανθούν, να εγγυηθούμε ότι θα γίνουν. Όχι από εμάς, αλλά από την ανεξάρτητη Δικαιοσύνη και βεβαίως και από τη Βουλή, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς της». Ο ΣΥΡΙΖΑ, πράγματι, έχει ήδη από τις 5 Σεπτεμβρίου 2012 καταθέσει στη Βουλή πρόταση για τη συγκρότηση εξεταστικής επιτροπής με αντικείμενο την υπαγωγή της χώρας στα «μνημόνια», η οποία φυσικά δεν συγκέντρωσε την απαιτούμενη πλειοψηφία – αφού καταψηφίστηκε και από τα τρία κόμματα της συγκυβέρνησης, τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ, αλλά και τη ΔΗΜΑΡ.
  
Είναι, βέβαια, προφανές ότι μία μόνο πλευρά μιας τέτοιας αποκατάστασης της αλήθειας και απόδοσης δικαιοσύνης εξαρτάται από τη θέληση μιας επόμενης Βουλής και του κυβερνώντος κόμματος που θα έχει την πλειοψηφία σε αυτήν. Η άλλη πλευρά είναι ζήτημα της Δικαιοσύνης. Και οι δύο πλευρές, ωστόσο, όσο και αν σε νομικό επίπεδο οι όποιες κινήσεις θα οφείλουν να είναι εξατομικευμένες και να αφορούν συγκεκριμένες πράξεις, διέπονται από ζητήματα τα οποία είναι πρωτίστως πολιτικά και όχι νομικά. Για τη Δικαιοσύνη, λόγου χάρη, μείζον ζήτημα είναι αυτό της ανεξαρτησίας της από τη χειραγώγηση της εκτελεστικής εξουσίας – κάτι που έχει γράψει ορισμένες από τις μελανότερες σελίδες της τελευταίας τετραετίας. Πώς θα κατορθώσει μια νέα κυβέρνηση να υπερασπιστεί και να αποκαταστήσει την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και να απελευθερώσει προοδευτικές δυνάμεις στους κόλπους της, που πιθανόν βρίσκονται εν υπνώσει ή και υπό καταστολή; Για το κυβερνών κόμμα, πάλι, η κίνηση οποιοσδήποτε διερεύνησης στο Κοινοβούλιο των ευθυνών των προκατόχων του, όσο και αν περιοριστεί σε συγκεκριμένα πρόσωπα, δύσκολα θα πείσει από πολιτική άποψη ότι δεν στοχοποιεί ολόκληρους πολιτικούς χώρους: το ΠΑΣΟΚ, τη Νέα Δημοκρατία, τη Δεξιά συλλήβδην. Το αν μια νέα Βουλή θα πρέπει να προβεί σε μια τόσο διχαστική κίνηση, όσο κι αν το αίτημα για δικαιοσύνη είναι βαρύνον, αποτελεί ζήτημα πρωτίστως πολιτικής στάθμισης και όχι νομικής διαδικασίας.
  
Σε κάθε περίπτωση, όμως, άσχετα με το τι μια νέα κυβέρνηση θα αποφασίσει τελικά να κάνει, τι ισχύει στην πραγματικότητα για όλα αυτά; Αληθεύει ότι οι προηγούμενες κυβερνήσεις είναι έκθετες σε έλεγχο για τα πεπραγμένα τους στα χρόνια της κρίσης; Είναι δυνατόν αυτός ο έλεγχος να φτάσει ως και σε ποινικές ευθύνες; Για ποιες υποθέσεις, με ποιες ενδεχόμενες κατηγορίες και με ποια διαδικασία;
  
Εξεταστικές επιτροπές και έσχατη προδοσία
  
Εδώ θα πρέπει να κάνουμε ένα διαχωρισμό ανάμεσα στους κρατικούς λειτουργούς εν γένει και στα κυβερνητικά πρόσωπα, δηλαδή τα μέλη των κυβερνήσεων που υπάγονται στον περίφημο νόμο «περί ευθύνης υπουργών». Για τους πρώτους, η διαδικασία υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των εισαγγελικών αρχών και μάλιστα ήδη για πολλές υποθέσεις έχουν σχηματιστεί δικογραφίες και βρίσκονται σε διάφορα στάδια εξέτασης. Για τη διερεύνηση, όμως, ποινικών ευθυνών όσων υπάγονται στο νόμο «περί ευθύνης υπουργών», απαιτείται η σύσταση προανακριτικής επιτροπής της Βουλής. Τέλος, για τη διερεύνηση ζητημάτων που άπτονται γενικά του δημοσίου συμφέροντος υπάρχει γενική αρμοδιότητα της Βουλής να συστήνει εξεταστικές των πραγμάτων επιτροπές.
  
Τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής για οποιαδήποτε συγκεκριμένο θέμα, λόγου χάρη την υπαγωγή της χώρας στα «μνημόνια», πρέπει να τη ζητήσουν 60 βουλευτές και να την υπερψηφίσει το κοινοβούλιο. Στη συνέχεια, προχωρά στην έρευνα και καταρτίζει ένα πόρισμα. Για τη διερεύνηση ενδεχόμενων ποινικών ευθυνών συγκεκριμένων κυβερνητικών λειτουργών απαιτείται η σύσταση προανακριτικής επιτροπής. Αυτή πρέπει να τη ζητήσουν 30 βουλευτές και πάλι να την υπερψηφίσει το κοινοβούλιο. Αν από την έρευνά της προκόψουν ευθύνες για συγκεκριμένα πρόσωπα, τότε η Βουλή ασκεί δίωξη και δρομολογούνται οι διαδικασίες ανάκρισης και παραπομπής στο Ειδικό Δικαστήριο.
  
Στην περίπτωση που η νέα Βουλή που θα προκόψει από τις εκλογές της 25ης Ιανουάριου προχωρήσει στη σύσταση τέτοιων επιτροπών για την υπαγωγή της χώρας στο καθεστώς «μνημονίων», τότε ενδέχεται οι κυβερνήσεις της κρίσης να βρεθούν αντιμέτωπες με δύο κυρίως ευρέα ζητήματα: Το πρώτο αφορά την αλλοίωση του πολιτεύματος. Βάσει του Ποινικού Κώδικα (άρθρο 134), «με ισόβια ή πρόσκαιρη κάθειρξη τιμωρείται όποιος […] επιχειρεί […] να αποστερήσει ή να παρακωλύσει τη Βουλή, την Κυβέρνηση ή τον Πρωθυπουργό από την ενάσκηση της εξουσίας που τους παρέχει το Σύνταγμα ή να τους εξαναγκάσει να εκτελέσουν ή να παραλείψουν πράξεις που απορρέουν από την εξουσία αυτή…».
  
Σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα, τέτοιες πράξεις συνιστούν έσχατη προδοσία. Οι κυβερνήσεις της κρίσης είναι ελεγκτέες για σειρά τέτοιων πράξεων, με κύριες ανάμεσά τους: Την εν γνώσει τους αντισυνταγματική υπαγωγή της Ελλάδας σε καθεστώς «μνημονίων» και τη σύναψη της πρώτης δανειακής σύμβασης, που θα έπρεπε να έχει κυρωθεί από τα δύο τρίτα της Βουλής• τον καταιγισμό πράξεων νομοθετικού περιεχομένου, κατά παράβαση των συνταγματικών εγγυήσεων, μια πρακτική που συνιστά παράκαμψη του κοινοβουλίου• και την εισαγωγή νομοσχεδίων τεράστιας έκτασης και εθνικής σημασίας με τη διαδικασία κατεπείγοντος και με ένα μόνο άρθρο, η οποία μπορεί να υποστηριχθεί πως συνιστά εκβιασμό του κοινοβουλίου.
  
Το δεύτερο ζήτημα αφορά την παραίτηση από κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας. Ειδικότερα, στο πλαίσιο των δανειακών συμβάσεων που έχουν συναφθεί, τον ορισμό του αγγλικού Δικαίου ως εφαρμοστέου και την παραίτηση από την εξαίρεση περιουσιακών στοιχείων της χώρας από κατάσχεση λόγω εθνικής κυριαρχίας – σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 της σύμβασης: «Ο Δανειολήπτης (σ.σ: η Ελλάδα) παραιτείται αμετάκλητα και άνευ όρων από κάθε ασυλία που έχει ή πρόκειται να αποκτήσει όσον αφορά τον ίδιο ή τα περιουσιακά του στοιχεία, από νομικές διαδικασίες σε σχέση με την παρούσα Σύμβαση, περιλαμβανόμενων, χωρίς περιορισμούς, της ασυλίας όσον αφορά την άσκηση αγωγής, δικαστική απόφαση ή άλλη διαταγή, κατάσχεση, αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης ή προσωρινή διαταγή, και όσον αφορά την εκτέλεση και επιβολή κατά των περιουσιακών στοιχείων του στο βαθμό που δεν το απαγορεύει αναγκαστικός νόμος».
  
Στο πλαίσιο διερεύνησης όλων των παραπάνω, ο Γιώργος Παπανδρέου, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου, ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ο Αντώνης Σαμαράς, ο Γιάννης Στουρνάρας, καθώς και πολλοί ακόμη κυβερνητικοί λειτουργοί των τελευταίων χρόνων, μπορούν να βρεθούν αντιμέτωποι με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας.
  
Δικογραφίες που ζητούν επανενεργοποίηση
  
Εν τω μεταξύ, στα συρτάρια του Κοινοβουλίου αραχνιάζουν εκατοντάδες ποινικές δικογραφίες κατά κυβερνητικών προσώπων που έχουν διαβιβαστεί στη Βουλή από τη Δικαιοσύνη. Μόνο κατά την τελευταία κοινοβουλευτική περίοδο της διακυβέρνησης Σαμαρά, δηλαδή από τον Ιούνιο του 2012 έως και τις 31 Δεκεμβρίου 2014 έχουν διαβιβαστεί πάνω από 100 τέτοιες δικογραφίες (ανάμεσά τους και η δικογραφία για το «μνημόνιο»). Πρόκειται για υποθέσεις που η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου προσπάθησε να ενταφιάσει, ώστε να γλιτώσει ακριβώς από την πιθανότητα σύστασης εξεταστικών ή προανακριτικών επιτροπών.
  
Το ίδιο διάστημα, η συγκυβέρνηση χρησιμοποίησε τη Βουλή όχι μόνο για να νομοθετήσει το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, αλλά και για να προωθήσει δεκάδες διατάξεις αμνήστευσης, ασυλίας και ατιμωρησίας πολιτικών προσώπων και κρατικών λειτουργών που ελέγχονται ή μπορούν να ελεγχθούν από τη Δικαιοσύνη. Σημειώνοντας ότι αυτές οι προβλέψεις ασυλίας έχουν πρόβλημα αντισυνταγματικότητας, παραθέτουμε εδώ τις κυριότερες υποθέσεις σχετικά με τις οποίες πρέπει να διερευνηθούν ευθύνες κυβερνητικών λειτουργών, αλλά και άλλων εμπλεκόμενων προσώπων, είτε με τη διαδικασία των προανακριτικών επιτροπών είτε απευθείας από τη Δικαιοσύνη, για πολλές από τις οποίες άλλωστε εκκρεμούν ήδη δικογραφίες.
  
Όπως προαναφέραμε, η κυριότερη υπόθεση είναι η ίδια η υπαγωγή της Ελλάδας σε καθεστώς «μνημονίων» και η υπογραφή της πρώτης δανειακής σύμβασης που θα έπρεπε να είχε κυρωθεί με αυξημένη πλειοψηφία από τα 2/3 της Βουλής. Επιπλέον, υπάρχουν μια σειρά από ενδεχόμενες αξιόποινες πράξεις για τα κυβερνητικά στελέχη που συνυπέγραψαν και συνέταξαν το «μνημόνιο». Θυμίζουμε ότι στα τέλη Νοεμβρίου του 2012 διαβιβάστηκε στη Βουλή δικογραφία που σχημάτισαν οι οικονομικοί εισαγγελείς, με αφορμή τις δηλώσεις και το βιβλίο του πρώην εκπροσώπου της Ελλάδας στο ΔΝΤ Π. Ρουμελιώτη, σύμφωνα με τα οποία είχε προειδοποιήσει την τότε κυβέρνηση πως το συγκεκριμένο μνημονιακό πρόγραμμα δεν θα μπορούσε να έχει επιτυχία και γι” αυτό δεν έπρεπε να προσχωρήσει με αυτούς τους όρους στον μηχανισμό στήριξης. Μάλιστα, ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ν. Παντελής ζήτησε από τη Βουλή να εξετάσει τις ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες μελών της τότε κυβέρνησης για την ένταξη της χώρας στο πρώτο «μνημόνιο». Σύμφωνα με νομικούς, ανάμεσα στα στοιχεία που θα μπορούσε να εξετάσει η Βουλή είναι και η αξιοπιστία των στοιχείων του ελλείμματος που έδωσε η ΕΛΣΤΑΤ και χρησιμοποιήθηκαν για την υπαγωγή στο «μνημόνιο», καθώς και το περιεχόμενο των συνομιλιών παραγόντων της χώρας με τα στελέχη του ΔΝΤ και της ΕΕ.
 
ΤΧΣ και αντισυνταγματική ασυλία
  
Στη συνέχεια, σημαντική υπόθεση αποτελεί η πώληση των μετοχών του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας σε τιμές χαμηλότερες των τιμών κτήσης, καθώς και η παροχή ασυλίας στα μέλη του ΤΧΣ για τη ζημιά που με τις αποφάσεις τους προξένησαν στα δημόσια ταμεία. Η κυβέρνηση Σαμαρά, με το νόμο 4254/2014 (πολυνομοσχέδιο που φέρει την υπογραφή του συνόλου των υπουργών), έδωσε τη δυνατότητα στα μέλη του ΤΧΣ να πουλήσουν τις μετοχές που κατείχε το ελληνικό δημόσιο από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες σε τιμή χαμηλότερη από αυτή που τις απέκτησε. Με βάση το νόμο αυτό, οι τραπεζικές μετοχές μπορούν να δοθούν και κάτω από το 1/3 της τιμής που κατέβαλαν οι Έλληνες πολίτες για να «σώσουν» τις τράπεζες των Σ. Λάτση, Μ. Σάλλα, Γ. Κωστόπουλου και άλλων μεγαλομετόχων.
  
Συγκεκριμένα, για την ανακεφαλαιοποίηση και την εξυγίανση των τραπεζών δόθηκαν από τα κρατικά ταμεία -μέσω των δανείων της τρόικας- περίπου 40 δισ. ευρώ, τα οποία έχουν ήδη εγγράφει ως δημόσιο χρέος. Σύμφωνα με την αρχική συμφωνία της ανακεφαλαιοποίησης (38/9.11.2012 Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου), ο στόχος ήταν μέσα σε χρονικό διάστημα από δύο (Eurobank) μέχρι τεσσεράμισι χρόνια (Εθνική, Πειραιώς, Alpha) να ανακτηθούν οι μετοχές των τραπεζών από τους ιδιώτες σε τιμές που θα κάλυπταν τα χρήματα που δόθηκαν. Όμως η κυβέρνηση Σαμαρά νομοθέτησε «τη δυνατότητα ορισμού τιμών διάθεσης ή κάλυψης σε τιμές χαμηλότερες της τιμής κτήσης των μετοχών από το Ταμείο ή της τρέχουσας χρηματιστηριακής τιμής». Με αυτήν τη διάταξη από τα 40 δισ. που έχουν απορροφηθεί από τις συστημικές τράπεζες αναμένεται να επιστραφούν στα κρατικά ταμεία στην καλύτερη περίπτωση τα 15 με 18 δισ. ευρώ. Ολοκληρώνοντας τη σκανδαλώδη αυτή μεθόδευση, οι κυβερνώντες στον ίδιο νόμο προέβλεψαν ασυλία για τα μέλη του Ταμείου – κάτι που φυσικά μπορεί να κριθεί αντισυνταγματικό σε μια μελλοντική δικαστική εξέταση, στην οποία περίπτωση οι εμπλεκόμενοι δεν θα καλύπτονται πια.
  
Τα υποβρύχια που γέρνουν  

Άλλη μεγάλης σημασίας υπόθεση προς διερεύνηση είναι το «σκάνδαλο των υποβρυχίων»: Πρόκειται για τη σκανδαλώδη σύμβαση μεταξύ του ελληνικού δημοσίου και των γερμανικών εταιρειών HDW και Thyssen-Krupp για την αγορά των περίφημων «Τ-214», τα οποία έχουν μείνει στην ιστορία ως «υποβρύχια που γέρνουν». 
  
Ο Ε. Βενιζέλος το 2010, από τη θέση του υπουργού Εθνικής Άμυνας, μαζί με τον τότε υπουργό Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου, προώθησαν το νόμο 3885/2010, με τον οποίο η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ μεταξύ άλλων αποδέχτηκε: Να παραλάβει τελικά το υποβρύχιο «Παπανικολής», που έγερνε. Να παραγγείλει άλλα δύο υποβρύχια τύπου Τ-214 στην τιμή των 500.000.000 ευρώ. Να χαρίσει ποινικές ρήτρες για τις προηγούμενες καθυστερήσεις, (σύμφωνα με υπολογισμούς, περίπου 500 εκατομμύρια ευρώ) στις γερμανικές εταιρείες HDW και Thyssen-Krapp. Επίσης, η υπόθεση είναι συνδεδεμένη με μίζες περίπου 40.000.000 ευρώ, που δόθηκαν από τις γερμανικές εταιρείες σε κυβερνητικούς και κρατικούς αξιωματούχους.
  
Για την υπόθεση των υποβρυχίων υπήρξε προκαταρκτική εξέταση, από την οποία προέκυπτε ενδεχόμενη ποινική ευθύνη του Ε. Βενιζέλου και του Γ. Παπακωνσταντίνου. Η δικογραφία σχηματίστηκε από τους εισαγγελείς διαφθοράς, με αφορμή την υποβολή στη Δικαιοσύνη, από τη βουλεύτρια του ΣΥΡΙΖΑ Ζωή Κωνσταντοπούλου, των πρακτικών της Ολομέλειας της Βουλής, με ημερομηνία 18 Δεκεμβρίου 2013. Η δικογραφία διαβιβάστηκε από την εισαγγελία διαφθοράς στην εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 18 Μαρτίου του 2014. Η εισαγγελία του Αρείου Πάγου τη διαβίβασε στον τότε υπουργό Δικαιοσύνης Χαράλαμπο Αθανασίου στις 30 Απριλίου 2014 και ο υπουργός, αφού κράτησε τη δικογραφία στο γραφείο του έναν ολόκληρο μήνα, τη διαβίβασε τελικά στη Βουλή με ημερομηνία 30 Μαΐου 2014. Η δικογραφία πήρε πρωτόκολλο εισερχομένου 4 Ιουνίου 2014, μέρα κατά την οποία αιφνιδιαστικά ο Α. Σαμαράς έκλεισε τη Βουλή – χωρίς η δικογραφία να ανακοινωθεί στην ολομέλεια. Η ανακοίνωση έγινε δύο ακόμη εβδομάδες αργότερα, στο Α” Τμήμα Διακοπής Εργασιών της Βουλής, ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων της αντιπολίτευσης και της κοινής γνώμης.
  
Με την κίνηση αυτή ο πρωθυπουργός αποπειράθηκε να απαλλάξει τον Ε. Βενιζέλο, αφού με τη λήξη των εργασιών της δεύτερης Συνόδου της Ολομέλειας της Βουλής την 4η Ιουνίου παραγράφονται οποιεσδήποτε τυχόν ποινικές ευθύνες υπουργών και μελών της κυβέρνησης που αναδείχτηκε από τις εκλογές του Οκτωβρίου του 2009. Σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρο 86 παρ. 3, εδ. ε1), «η Βουλή μπορεί να ασκήσει την κατά παράγραφο 1 αρμοδιότητά της μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος». Αυτή είναι η λεγάμενη «αποσβεστική προθεσμία», που σημαίνει ότι η Βουλή δικαιούται να ασκήσει δίωξη εις βάρος πρώην υπουργού μέχρι την προθεσμία που ορίζει ρητά η παραπάνω συνταγματική διάταξη.
  
Η αποσβεστική προθεσμία είναι διάφορο της παραγραφής, όπου η τελευταία συνδέεται με την παραγραφή του αδικήματος. Δηλαδή, μπορεί ένα αδίκημα να μην έχει παραγραφεί (σε περίπτωση κακουργήματος π.χ. χρειάζονται 20 χρόνια), αλλά να έχει αποσβεστεί η αρμοδιότητα της Βουλής να ασκήσει τη δίωξη που ορίζει το άρθρο 86 παρ. 1 του Συντάγματος. Το Σύνταγμα δεν προβλέπει εναλλακτική αρχή που να διώκει τους πρώην υπουργούς, πέρα από το Κοινοβούλιο, η οποία θα επιλαμβανόταν από τη στιγμή που επερχόταν η απόσβεση της αρμοδιότητας δίωξης της Βουλής. Έχει πάντως υποστηριχθεί ότι για τις περιπτώσεις για τις οποίες ευθέως προκύπτει παρεμπόδιση της Βουλής να ενεργήσει ως εγγυητής της ποινικής αξίωσης της πολιτείας υπάρχουν σοβαρά επιχειρήματα αναστολής της παραγραφής και της αποσβεστικής προθεσμίας.
     
Siemens, ΟΠΑΠ, Ελληνικό, συχνότητες και άλλα δώρα
  
Ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα της μεταπολίτευσης είναι αυτό με τις μίζες που έδινε η γερμανική εταιρεία Siemens στα ταμεία της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Μολοντούτο, ο πρωθυπουργός Α. Σαμαράς το «τακτοποίησε» με συνοπτικές διαδικασίες, ζημιώνοντας μάλιστα τη χώρα ακόμη περισσότερο. Η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗ-ΜΑΡ υπέγραψε διά του τότε υπουργού Οικονομικών Γ. Στουρνάρα συμφωνία συμβιβασμού με τη γερμανική εταιρεία για τη ζημιά που υπέστη το ελληνικό δημόσιο από τις μίζες, την οποία παρουσίασε τον Αύγουστο του 2012 ο Α. Σαμαράς στην καγκελάριο Μέρκελ. Βάσει της συμφωνίας, η οποία ουδέποτε κυρώθηκε από το κοινοβούλιο, με την αξιωματική αντιπολίτευση να έχει έκτοτε υποστηρίξει ότι η συμφωνία είναι άκυρη, η Ελλάδα παραιτήθηκε από διεκδικήσεις ύψους 2 δισ. ευρώ, που είχαν προσδιοριστεί με ομόφωνο πόρισμα της ειδικής εξεταστικής επιτροπής της Βουλής. 
  
Επίσης, διερεύνηση απαιτεί ο φωτογραφικός διαγωνισμός εκχώρησης των κρατικών ψηφιακών συχνοτήτων. Πρόκειται για ένα δώρο της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου στους ημετέρους Σ. Ψυχάρη, Γ. Μπόμπολα, Β. Βαρδινογιάννη, Γ. Αλαφούζο, Δ. Κοντομηνά, Μ. Κυριακού. Η κυβέρνηση εκχώρησε για 15 χρόνια τις ψηφιακές συχνότητες, δηλαδή ένα δημόσιο αγαθό, σε πανελλαδικό και περιφερειακό επίπεδο, έναντι μόλις 18,3 εκατομμυρίων ευρώ, όταν από σχετική μελέτη που είχε παραγγείλει το αρμόδιο υπουργείο προκύπτει ότι η αξία της εκχώρησης προσδιορίζεται περίπου στα 715 εκατομμύρια ευρώ.
  
Να σημειωθεί πρέπει, ακόμη, η χαριστική σύμβαση για το Ελληνικό. Η πώληση της έκτασης του πρώην αεροδρομίου με την υπογραφή των Α. Σαμαρά, Ε. Βενιζέλου και Γ. Στουρνάρα είναι ένα μεγάλο δώρο στον πλουσιότερο Έλληνα, τον Σ. Λάτση. Η υπόθεση βρίσκεται ήδη στα χέρια του επίκουρου οικονομικού εισαγγελέα Γιάννη Δραγάτση, ο οποίος διεξάγει έρευνα για το τίμημα της εκχώρησης του Ελληνικού στην εταιρεία Lamda, μετά τις μηνυτήριες αναφορές που υποβλήθηκαν στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών. Η έρευνα γίνεται για να διαπιστωθεί αν έχει διαπραχθεί από τα μέλη του ΤΑΙΠΕΔ το αδίκημα της απιστίας και μάλιστα σε βαθμό κακουργήματος λόγω του μεγάλου οικονομικού αντικειμένου της υπόθεσης. Ο εισαγγελέας εξετάζει την έκθεση του Τεχνικού Επιμελητηρίου, ενώ ταυτόχρονα έχει διορίσει και δύο πραγματογνώμονες για να αποτιμήσουν την πραγματική αξία της περιοχής. Σύμφωνα με το ΤΕΕ, η αξία των 6.240 στρεμμάτων ανέρχεται σε τουλάχιστον 2,5 δισ. ευρώ. Όμως η κυβέρνηση έδωσε την έκταση έναντι μόλις των 914.000.000 ευρώ και μάλιστα με την πρόβλεψη τα χρήματα να δοθούν σε διάρκεια 15 ετών.
  
Δεν πρέπει, επίσης, να παραλειφθεί η σκανδαλώδης σύμβαση για την πώληση του ΟΠ ΑΠ. Η πιο κερδοφόρα κρατική επιχείρηση της χώρας πωλήθηκε στην εταιρεία Emma Delta έναντι πινακίου φακής. Η κυβέρνηση Σαμαρά παραχώρησε το 33% του οργανισμού στους Τσέχους επιχειρηματίες και στον προσωπικό φίλο του πρωθυπουργού Δημήτρη Μελισσανίδη, έναντι 652 εκατομμυρίων ευρώ, όταν ο δημόσιος οργανισμός είχε καθαρά ετήσια κέρδη, σύμφωνα με τον ισολογισμό του, πάνω από 500 εκατομμύρια ευρώ.
  
Έπειτα, πρέπει να διερευνηθεί η χαριστική ρύθμιση για την επέκταση των συμβάσεων για τους αυτοκινητόδρομους. Το Δεκέμβριο του 2012, ο υπουργός Υποδομών Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, με εντολή του πρωθυπουργού Α. Σαμαρά, μοίρασε πρόσθετες εργολαβικές αποζημιώσεις και μπόνους ύψους 2,2 δισ. ευρώ για την επανεκκίνηση των άλλων μεγάλων αυτοκινητοδρόμων (Ιόνια Οδός, Αυτοκινητόδρομος Αιγαίου, Κεντρική Οδός και Ολυμπία Οδός), οι εργασίες κατασκευής των οποίων είχαν σταματήσει το 2011 με αποκλειστική ευθύνη των εργολάβων, με το πρόσχημα της έλλειψης ρευστότητας. Τα χρήματα που τους δόθηκαν βγήκαν απευθείας από τα κρατικά ταμεία και τις επιδοτήσεις που πήρε η χώρα από την ΕΕ. Με τον ίδιο νόμο η κυβέρνηση παραιτήθηκε από επωφελείς για το ελληνικό δημόσιο διατάξεις των σχετικών συμβάσεων με τους εργολάβους.
  
Τέλος, λόγος πρέπει να γίνει για το σκάνδαλο της «λίστας Λαγκάρντ»: Η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου-Κουβέλη επιδίωξε να το θάψει, στέλνοντας στην προανακριτική επιτροπή μόνο τον πρώην υπουργό Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου. Οι ευθύνες που πιθανότατα βαραίνουν τον Ε. Βενιζέλο και τον Γ. Παπανδρέου έχει γίνει προσπάθεια να μην αποδοθούν ποτέ. Την ίδια στιγμή, οι περιπτώσεις των μεγαλοκαταθετών που περιλαμβάνονται στη λίστα και που ενδέχεται να έστειλαν παράνομα δισεκατομμύρια ευρώ στο εξωτερικό, δεν έχουν εξεταστεί και συνεπώς δεν έχουν σημάνει κανένα οικονομικό όφελος για τα δημόσια ταμεία.
  
Καταληκτικά, να επισημάνουμε ότι καθ’ όλο το διάστημα της κρίσης έχουν καταβληθεί μεγάλες προσπάθειες από τον φιλοκυβερνητικό Τύπο να εμφανιστεί το αίτημα απόδοσης ευθυνών σε κυβερνητικούς λειτουργούς -ειδικά δε βάσει των διατάξεων περί εσχάτης προδοσίας- ως κάποιου είδους «παράλογη» απόπειρα ποινικοποίησης της πολιτικής και να συνδεθεί αποκλειστικά με την αντιμνημονιακή Δεξιά, που το έχει επίσης επικαλεστεί. Πρόκειται, φυσικά, για διαστρέβλωση, καθότι, όπως γράψαμε και στην αρχή, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει από αρκετά νωρίς ζητήσει μια τέτοια διερεύνηση.
  
Πιο έντιμο από το να διαστρεβλώνεται το ποιος ζήτησε τι και πότε, θα ήταν να αναλογιστεί κανείς, όπως και πάλι επισημάναμε στην αρχή, τις πολιτικές επιπτώσεις της ποινικής αντιμετώπισης πρωθυπουργών και κορυφαίων υπουργών. Κι εκεί, όμως, προβάλει ένα ζήτημα αναντίρρητο: Οι έλληνες πολίτες, μετά από τέσσερα και πλέον χρόνια που έχουν υποστεί την πιο ακραία βία εξαιτίας των επιλογών αυτών των κυβερνήσεων και αυτών των κυβερνητικών λειτουργών, έχουν το δικαίωμα να μάθουν την αλήθεια για όσα τους συνέβησαν. Έχουν το δικαίωμα να δουν ένα νέο κοινοβούλιο να διαλευκαίνει μία μία τις σκοτεινές υποθέσεις αυτής της ζοφερής περιόδου. Ακόμη περισσότερο, λοιπόν, από την όποια τιμωρία των ποινικά υπεύθυνων, η αξία που πρέπει να διεκδικηθεί και να προστατευτεί εδώ είναι η αλήθεια. Κι αυτό είναι κάτι που αν ο ΣΥΡΙΖΑ, αν και όταν βρεθεί σε θέση εξουσίας, διστάσει να το πράξει, οι πολίτες πρέπει λυσσαλέα να το απαιτήσουν.
  
Της Μαρινίκης Αλεβιζοπούλου, του Αυγουστίνου Ζενάκου και του Παναγιώτη Θεοδωρόπουλου – «Unfollow»
 
Από vathikokkino