Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Η κυβέρνηση στρέφεται ευθέως εναντίον όσων την ψήφισαν

Πλειστηριασμοί πρώτης κατοικίας, χαράτσια στην ιδιοκτησία, έφοδοι σε ελεύθερους επαγγελματίες, νέες μειώσεις στις συντάξεις, λουκέτα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, πάγωμα της αγοράς ακινήτων και η φημολογία για κούρεμα καταθέσεων σηματοδοτούν ρήγμα της κυβέρνησης με τα κοινωνικά στρώματα που την εξέλεξαν 
FOSPHOTOS / Menelaos Myrillas
Η είδηση περί υπεραρμοδιοτήτων στους ελεγκτικούς μηχανισμούς του ΥΠΟΙΚ με το νέο φορολογικό νομοσχέδιο, προληπτικών κατασχέσεων κινητών και ακινήτων στοιχείων, που ουσιαστικά καταργούν και το ακατάσχετο των 1.000 ευρώ και ασφαλιστικών μέτρων αποτελεί μέρος μια τομής στην αντιπαράθεση κοινωνικών κατηγοριών με επιλογές της κυβέρνησης που, με βάση την ασκούμενη πολιτική, φαντάζουν αναπόφευκτες.

Στα σχεδόν 4 μνημονιακά χρόνια η...
εκάστοτε κυβέρνηση κατάφερνε σε γενικές γραμμές να περιορίσει την επίθεση των μέτρων σε συγκεκριμένες, παρότι συνεχώς διευρυνόμενες, κοινωνικές κατηγορίες, και άλλες ουσιαστικά να μην τις θίξει ως τέτοιες, αφενός γιατί το εύρος και ο χαρακτήρας των μέτρων το επέτρεπαν, αφετέρου για να υπάρχει και μια ενδιάμεση κατηγορία, ανάμεσα σε όσους πλήττονται ριζικά και όσους ελάχιστα, η οποία θα στήριζε τη μνημονιακή πολιτική ακριβώς υπό τον φόβο ή την ασάφεια της εναλλακτικής πρότασης που κάθε φορά επιχειρούνταν να αρθρωθεί.

Η κυβέρνηση το επόμενο διάστημα, πέρα από τις όποιες «θετικές» εξαγγελίες θα ήθελε να κάνει, είναι αναγκασμένη και υπό την πίεση της τρόικας και των εργοδοτών, αλλά και βάσει των αριθμών, που έτσι δεν βγαίνουν, να λάβει μια σειρά από μέτρα τα οποία όχι απλώς αποτελούν μια ποσοτική ένταση των μνημονιακών (συμβάσεις, απολύσεις, μισθοί, εισφορές), αλλά ευθέως πλήττουν κοινωνικές κατηγορίες που την ψήφισαν, ακριβώς επειδή θεώρησαν ότι με βάση το προεκλογικό πρόγραμμα Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ θα θιγούν ελάχιστα σε σχέση με το σενάριο ΣΥΡΙΖΑ.

Με βάση τις πλέον γενικώς παραδεκτές αναλύσεις της διπλής εκλογικής ψήφου του 2012, Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ ως επί το πλείστον (και πέραν των πολύ πλούσιων) ψήφισαν οι καταθέτες (για να μην υποτιμηθούν τα ευρώ τους), οι ιδιοκτήτες (κυρίως πολλών και προς εκμετάλλευση) ακινήτων, μεσαίοι επιχειρηματίες (για να μην καταρρεύσει η αγορά και για να συνεχιστεί η μισθολογική συμπίεση των υπαλλήλων τους), αγρότες (για να μη σταματήσουν οι επιδοτήσεις). συνταξιούχοι (για να μπαίνει ένα εισόδημα στο σπίτι) και μερικοί εξαρτώμενοι από αυτούς, ορισμένοι άνεργοι (για να μην κινδυνεύσει το επίδομα), αλλά και σημαντικό ποσοστό ελεύθερων επαγγελματιών οι οποίοι έκριναν ότι η ασκούμενη οικονομική πολιτική είναι προτιμότερη από αυτό που φάνταζε αντίπαλο δέος.

Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ανοίγει από Γενάρη το ζήτημα των πλειστηριασμών της πρώτης κατοικίας. Ακόμη κι αν η κυβέρνηση θέλει ο κατάλογος όσων χάνουν την προστασία να μην είναι γενικευμένος, τόσο η τρόικα πιέζει για το αντίθετο, όσο και οι τράπεζες έχουν αντιληφθεί ότι εφόσον τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια θα συνεχίζουν να αυξάνονται, είναι προτιμότερο να βρεθεί άλλου τύπου λύση που να συντείνει στη βιωσιμότητα των πιστωτικών σχημάτων που βρίσκονται σε εξέλιξη. Ακόμη κι αν ένα νομικό πλέγμα προστασίας διατηρηθεί, η άρση θα αφορά πολλές δεκάδες χιλιάδες ιδιοκτήτες, ενώ η τρόικα έχει καταστήσει σαφές ότι δεν ανέχεται χρονοβόρα δικαστική εμπλοκή σε αντίστοιχο αριθμό εκκρεμοδικιών, αλλά διαδικασίες-εξπρές.

Αυτό θα κρίνει εν πολλοίς και την κατάσταση στην αγορά ακινήτων, όχι πάντως προς όφελος όσων εισέπρατταν και 1-2 ενοίκια, καθώς μεσοπρόθεσμα τα χιλιάδες αδιάθετα σπίτια θα εξακολουθήσουν να αποτελούν τον κανόνα, ενώ η προβλεπόμενη φορολόγηση που κατατέθηκε προς ψήφιση ήδη στη Βουλή καθιστά δυσχερέστερη την επιβίωση και της μικρομεσαίας ιδιοκτησίας. Εξελίξεις σε αυτόν τον τομέα δεν θα υπάρξουν παρά σε συνδυασμό με ριζικό επαναπροσδιορισμό του πόσοι και τι κατέχουν σε αυτή τη χώρα ως αναγκαίος καταλύτης για την αναμόρφωση της αγοράς.

Όσον αφορά τους ελεύθερους επαγγελματίες, το τοπίο δυσχεραίνει καθώς βάσει όσων έχουν δει εσχάτως το φως της δημοσιότητας, όχι ως σκέψεις αλλά ως αναμενόμενες λύσεις, σε σχέση με τη φορολόγησή τους και τους ελέγχους που θα υποστούν, παραμένει εξαιρετικά ασαφές πώς θα καταφέρουν να επιβιώσουν σε μια αγορά που δεν καταναλώνει. Για όσους δε απασχολούν υπαλλήλους, οι μειώσεις των μισθών δεν φτάνουν να καλύψουν την απώλεια της ζήτησης. Οι κατασχέσεις και οι ποινές για οφειλές σε εισφορές και φόρους αναμένεται να αναδιατάξουν ριζικά τον χάρτη των αυτοαπασχολούμενων της χώρας, και σίγουρα ο αριθμός τους δεν πρόκειται να παραμείνει στα πρώιμης κρίσης ποσοστά.

Η παρέμβαση στις συντάξεις έχει προαναγγελθεί πολλάκις, τόσο σε ό,τι αφορά το ύψος τους όσο και σε ό,τι αφορά όσους τη λαμβάνουν, ενώ εφάπαξ και επικουρικές θα αφορούν πλέον μια μειοψηφική «ελίτ» η οποία θα θιγεί λιγότερο. Ωστόσο, η αμελητέα μείωση των τιμών σε είδη πρώτης κατανάλωσης, η αυξημένη φαρμακευτική δαπάνη και τα χαράτσια εξανεμίζουν εν ριπή οφθαλμου την εκ νέου μειωμένη σύνταξη, από την οποία πλέον σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να εξαρτούν την επιβίωσή τους και άλλοι.

Το ενδεχόμενο κουρέματος στις καταθέσεις μπορεί να αφορά πλεόν λιγότερο κόσμο απ' ό,τι το 2012, μια και μεγάλο τμήμα τους δαπανήθηκε στην κατανάλωση, ωστόσο η διατήρηση του θέματος στην επικαιρότητα (και σε ευρύτερο της χώρας πλαίσιο) και η μη-διάψευση εκ μέρους της κυβέρνησης για την πιθανότητα υλοποίησής του ακόμη και από το πρώτο ευρώ στο εγγύς μέλλον, προετοιμάζουν το έδαφος για τη σταδιακή εμφάνισή του στη δημόσια κουβέντα, όπου πλέον το ζήτημα θα είναι η έκτασή του, δεδομένου ότι οι τράπεζες μόνο προσωρινά εμφανίζονται βιώσιμες και έχουν δανειστεί υπέρογκα ποσά από τον μηχανισμό στήριξης που δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα καταφέρουν να επιστρέψουν.

Οι αγρότες μπορεί να συνεχίζουν να λαμβάνουν τις επιδοτήσεις, έστω και κουτσουρεμένες, έστω και χωρίς διαβεβαίωση για το μέλλο, και να θίχθηκαν λιγότερο από τον ΕΝΦΙΑ, ωστόσο δεν σημαίνει ότι δεν έχουν υποθηκευμένη γη και χρέη, και όχι πια στην Αγροτική Τράπεζα, με ό,τι αυτό μπορεί να υπονοεί.

Αλλά ακόμη και στον κατεξοχήν αστικό επιχειρηματικό κόσμο καταγράφεται τους τελευταίους μήνες διάσταση απόψεων για το αν η ασκούμενη πολιτική συνιστά μια μακροπρόθεσμη στρατηγική, πόσο και με ποιος όρους μπορεί να συνεχιστεί αλλά και τι θα αφήσει πίσω της. Ακόμη και επιχειρήσεις οι οποίες το προηγούμενο διάστημα δεν έχαναν έχουν αρχίσει να αναθεωρούν τη στρατηγική τους σε ένα περιβάλλον όπου η κατανάλωση τροποποιείται, ο εξαγωγικός προσανατολισμός με την ύφεση στην ευρωζώνη καθίσταται αβέβαιος και το συγκριτικο πλεονέκτημα της συμπίεσης του εργατικού κόστους δίκοπο μαχαίρι, καθώς αφενός τους στερεί την εγχώρια αγορά, αφετέρου τις στρέφει στο εξωτερικό, όπου ενίοτε έχουν να αντιμετωπίσουν ανταγωνιστές από χώρες ακόμη φθηνότερης εργασίας.

Καθόλου τυχαίο μάλιστα που η προσέγγιση τμήματος του ΣΕΒ με τον ΣΥΡΙΖΑ, έστω και σε επίπεδο αναγνωριστικό, δεν ήταν μονομερής, αλλά ήταν αμφίδρομη και απηχεί την αναζήτηση ενός τμήματος του επιχειρηματικού κόσμου μιας εναλλακτικής που και την κεδροφορία του θα εγγυάται αλλά και θα έχει μεγαλύτερη κοινωνική νομιμοποίηση.

Συνολικά, η κυβέρνηση το επόμενο διάστημα αναλαμβάνει ένα σημαντικό ρίσκο, καθώς πριν από την τυπική ολοκλήρωση των μνημονιακών προγραμμάτων οδηγείται σε ρήξη με στρώματα τα οποία της είναι πολύτιμα για την πολιτική της επιβίωση: Όχι μόνο για την επανεκλογή της σε ορίζοντα τετραετίας, αλλά και για την ικανότητά της μέχρι τότε να πείσει τμήμα της κοινωνίας ότι η ασκούμενη πολιτική είναι το καλύτερο δυνατό, κυρίως πλήττει άλλους, αποδίδει εν τέλει καρπούς και εγγυάται την ανάκαμψη, όπως κι αν έχει αυτή εξαγγελθεί.

Στον βαθμό που αυτές οι αλλαγές προχωρήσουν, ουσιαστικά η επιστροφή σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης, πλασματικό ή πραγματικό, δεν θα αφορά πια αυτές τις κοιωνικές κατηγορίες που το 2012 ψήφισαν Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ, για να μην έρθουν τα χειρότερα, είτε θα τις αφορά υπό εντελώς διαφορετικές ορίζουσες και προσδοκίες.

Η κυβέρνηση άλλωστε έχει υπονοήσει ότι η επιστροφή στο προ-κρίσης επίπεδο διαβίωσης αργεί ακόμη και με το αισιόδοξο σενάριο, αφετέρου έχει διαμηνύσει ότι αυτό δεν θα αφορά τους πάντες. Και οι συλλογικές προσδοκίες όπως και οι κοινωνικές αναγνωρίσεις μπορούν ενίοτε να αναπροσαρμοστούν βίαια.

Άλλωστε τα διλήμματα σε πρωτόγνωρες κοινωνικές συνθήκες μοιάζουν να μην έχουν τέλος, ειδικά όταν τα θέτει αυτός που έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων.

Toυ Σωτήρη Σβανά από ThePressProject